Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Παιδεία και πολιτική


Το καφενείο θολό και κρύο απόψε και βουβό. Γύρισα σπίτι, άναψα το τζάκι με τα ξύλα από το κλάδεμα του ελαιώνα, καψάλισα μερικές φέτες ψωμί, έριξα φρέσκο λάδι, αλάτι και ρίγανη και με το ποτήρι γεμάτο από το περσινό μαυροκόκκινο μπροστά στις φλόγες σκέφτομαι δυνατά μαζί σας.
Η κυρά μου λείπει στην Αθήνα, στα παιδιά της και εγώ απολαμβάνω τις στιγμές αυτές της μοναξιάς πατώντας τα μαύρα πλήκτρα.
Λοιπόν, παρακολουθώντας τα πολιτικά τεκταινόμενα, πιστεύω όλο και περισσότερο ότι το πρόβλημα μας είναι τελικά παιδείας και πολιτισμού. Διαβάζοντας μάλιστα και άλλα κείμενα σε αυτή την ιστοσελίδα, για σκουπίδια, ανοικτές χωματερές και βρώμικα νερά στους δρόμους, για τα παιδιά μας και τα σχολεία, πείθομαι ακόμα πιο πολύ.
Φεύγοντας από την αγορά πέρασα μπροστά από το καφενείο που στην διάρκεια της Κατοχής είχε εγκαταστήσει το ΕΑΜ την Παιδαγωγική Ακαδημία. Υπάρχει πάντα μια πλευρά την ιστορίας που είναι κοντά μας και πρέπει να μένει ζωντανή και είναι εκείνη κατά την οποία ο απλός πολίτης εμφανίζεται με απαιτήσεις στο προσκήνιο. Τέτοια είναι η περίοδος της Εθνικής Αντίστασης. Ζητήστε να μάθετε ποιοι ήταν τότε στα πράγματα στον Δήμο μας και μην εκπλαγείτε αν μάθετε ότι ήταν ο παππούς σας ή ο πατέρας σας.
Παρόλο τον πόλεμο και τον κατατρεγμό από τους κατακτητές λοιπόν, αντί για στρατιώτες η πρωτοπορία της εποχής θεωρούσε ότι είναι πιο σημαντικό να διαμορφώσει ανθρώπους και για τούτο έφτιαχνε δάσκαλους. Είχαν βγει τότε ως δάσκαλοι της Νέας Ελλάδας κάμποσοι από τον Δήμο μας που αργότερα αντί να τους το αναγνωρίσει η Μητέρα μάνα μητριά Ελλάς, του κυνήγησε – ένας μάλιστα από το ξύλο το πολύ τρελάθηκε.
Πολλοί πνευματικοί άνθρωποι και παιδαγωγοί είχαν πάρει τα χωριά και τα βουνά τότε και με το ταλέντο και το μεράκι τους συνέβαλαν στον να μορφωθεί ο κόσμος στα ξεχασμένα χωριά και να αλλάξει το κλίμα: ψήφισαν για πρώτη φορά οι γυναίκες, είδαν θέατρο και άκουσαν λογοτεχνικά κείμενα, η φούστα σηκώθηκε πάνω από τον αστράγαλο και απελευθερώθηκαν τα μαλλιά από το μαντήλι. Ήταν όλα αυτά απόηχος του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού που έφτανε και επιβαλλόταν στα χωριά μας με κάποια καθυστέρηση.
Στα δύσκολα πέτρινα χρόνια μετά τον Εμφύλιο, η αγάπη για την γνώση και την μόρφωση χαρακτήριζε τους αριστερούς και κυρίως τους προοδευτικούς πολίτες. Στις εξορίες και τις φυλακές πολλοί νέοι αλλά και πιο μεγάλοι που δεν είχαν πάει σχολείο, έμαθαν να διαβάζουν λογοτεχνία και ποίηση αλλά και εφαρμοσμένες επιστήμες όπως ξένες γλώσσες, οικονομικά και λογιστική. Αποκαλύφθηκαν ταλέντα που η σκληρή βιοπάλη και η αμορφωσιά είχε κρατήσει στο σκοτάδι. Μάλιστα εκείνο τον καιρό, οι χωροφύλακες στα χωριά μας όταν ήθελαν να μάθουν ποιος είναι Αριστερός ρωτούσαν και παρατηρούσαν γι α το ποιος διαβάζει βιβλία: ήταν το σήμα κατατεθέν για τους ανθρώπους που ήθελαν έναν καλύτερο κόσμο, έναν κόσμο διαφορετικό.
Μετά την μεταπολίτευση ένα από τα συνθήματα που ακουγόταν ήταν το «πρώτοι στα μαθήματα – πρώτοι στον αγώνα» και στα ατέλειωτα αχτίφ μας λέγανε πως ο καλός αγωνιστής πρέπει να είναι και πρώτος μαθητής. Μπορεί μερικοί από εμάς να μην προχωρήσαμε «στα γράμματα» αλλά ποτέ δεν πάψαμε να εκτιμάμε την σημασία και τον ρόλο της γνώσης.
Τώρα πως φτάσαμε το να κλείνουμε τα παιδιά τα σχολεία και μάλιστα να υποστηρίζουμε και μια τέτοια θέση ως ένδειξη αγωνιστικότητας, αυτό είναι ακόμα ένα σημείο των καιρών. Για εμένα είναι δείγμα παρακμής και απουσία οραμάτων.
Πάντα θέλαμε το σχολείο να είναι ανοικτό γιατί λέγαμε: «ένα σχολείο κλείνει μία φυλακή». Το υπό κατάληψη σχολείο είναι ήδη σαν φυλακή, έτσι όπως βλέπω τις εικόνες των παιδιών πίσω από τα κάγκελα. Τα παιδιά να περιφέρονται όλη μέρα στο προαύλιο και στις άδειες αίθουσες χωρίς να διαβάζουν έστω ένα βιβλίο, να κάνουν κάτι δημιουργικό: να παίζουν μουσική, να ζωγραφίζουν τους τοίχους. Δεν θα ήταν πιο αποδοτικό, τα παιδιά να κάνουν «έφοδο» στα καφενεία μας, να μας ενημερώσουν και να απαιτήσουν την συμμετοχή μας στην λύση των όποιων προβλημάτων τους;
Το έχουν πει ήδη πολλοί ειδικοί ότι το σύγχρονο ελληνικό σχολείο είναι απωθητικό, βαρετό. Το σχολείο δεν αρέσει. Η παραγωγική πλευρά της οικονομίας δεν αναγνωρίζει κανένα ιδιαίτερο ρόλο στους αποφοίτους του Λυκείου άρα δεν ενδιαφέρεται για τον οργανισμό που τους παράγει. Κατά συνέπεια, οι πολιτικοί εκπρόσωποι μετατρέπονται σε απρόσωπους υπηρεσιακούς παράγοντες που κάνουν ότι εξυπηρετεί την επανεκλογή τους. Παρόλο που όλοι μιλάνε και σκίζονται για τον «εθνικό χαρακτήρα και την αποστολή της Παιδείας», ο όποιος σχεδιασμός γίνεται σε βάθος τετραετίας.
Όταν ο παραγωγικός ιστός της χώρας μας, μετατρέπει επιστήμονες με μεταπτυχιακούς τίτλους και διδακτορικά σε πωλητές και απλούς υπαλλήλους θα διατυπώσει προδιαγραφές για τους λυκειόπαιδες;
Θεωρώ ότι είναι φυσικό επακόλουθο αυτής της γενικής αδιαφορίας η κατάπτωση της λειτουργίας του σχολείου ως οργανισμού: κτίρια παλιά, βιβλία με λάθη και ερασιτεχνισμούς, ελλείψεις σε εξοπλισμό, χαμηλές αμοιβές των καθηγητών και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός.
Προφανώς στην εξουσία που θέλει τον κόσμο παθητικό χειροκροτητή και οπαδό για να χειραγωγείται πιο εύκολα, πρέπει να αντιταχθεί ο κάθε σκεπτόμενος πολίτης αλλά κι οι άνθρωποι της εκπαίδευσης και να απαιτήσουν την αναβάθμιση της εκπαιδευτικής λειτουργίας.
Υπάρχουν όμως μερικά θέματα που είναι διαχρονικά στην εκπαίδευση και δεν εξαρτώνται από τους υλικούς όρους που αυτή παρέχεται.
Το πιο σημαντικό είναι η σχέση, η χημεία του δάσκαλου με τον μαθητή του. Ας θυμηθούμε το «στους γονείς μου οφείλω το ζην αλλά στους δασκάλους μου το ευ ζην». Ο σεβασμός που ο δάσκαλος εμπνέει στον νέο άνθρωπο έτσι ώστε εκείνος – ο νέος – να μπορέσει να τον ακούσει και με την μελέτη και την προσπάθειά του να ξεπεράσει τον δάσκαλό του. Ο σεβασμός όμως δεν επιβάλλεται αλλά κερδίζεται. Είναι αυτός σήμερα ο προσωπικός στόχος και η φιλοδοξία των δασκάλων και καθηγητών; Μήπως στην καθημερινότητα του οικογενειάρχη – που είναι οι πιο πολλοί από αυτούς – έχει χαθεί αυτό το πάθος για διάπλαση χαρακτήρων; Πόσοι από τους καθηγητές έχουν συμβιβαστεί και νομιμοποιήσει εντός τους με την ιδέα του «ιδιαίτερου» μαθήματος ως ουσιαστική ενίσχυση του εισοδήματός τους;
Οι καθηγητές, οι γονείς αλλά και οι προοδευτικοί πολιτικοί παράγοντες, θα έπρεπε να εμπνεύσουν στα παιδιά μια διαφορετική, κατά την γνώμη μου, αγωνιστική στάση για ένα σχολείο ανοικτό στην κοινωνία και στα προβλήματά της. Εάν υπάρχουν προβλήματα και θέματα που το σχολείο είναι μη παραγωγικό, βαρετό και σφόδρα υποτιμημένο, αυτό θα έπρεπε να είναι αντικείμενο διαλόγου σε ένα ανοικτό σχολείο και όχι σε σχολείο κλειστό και φρουρούμενο, τους γονείς στις δουλειές τους και τους καθηγητές αφιερωμένους στις εκτός σχολείου προσωπικές τους ασχολίες – και τα ιδιαίτερα βεβαίως βεβαίως.
Αλλά και εμείς οι γονείς δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών. Είναι σαν να ξεφορτωνόμαστε τα παιδιά, να θέλουμε να απαλλαγούμε από αυτά, να τα αφήνουν σε παιδονόμους και όχι διαμορφωτές χαρακτήρα τους. Πόσοι γονείς ζήτησαν και παρακολούθησαν ανοικτό μάθημα στην τάξη του παιδιού τους; Πόσοι από εμάς, ως γονείς, συζήτησαν με τα παιδιά τους για καλούς και κακούς καθηγητές; Συμμετείχαν ενεργά στον σύλλογο γονέων;
Η παιδεία είναι πράγματι εθνική υπόθεση και μας αφορά όλους μας ακόμα κι αυτούς που δεν έχουν παιδιά.
Ακόμα και εμάς τους κουρασμένους μεσήλικες μας αφορά η μόρφωση που για εμάς, απ’ ότι φαίνεται έχει περιοριστεί κυρίως στην τηλεθέαση. Στο κάτω κάτω της γραφής, ακόμα και υστερόβουλα σκεφτόμενοι, αφορά το μέλλον του παραγωγικού δυναμικού αυτής της χώρας, αυτού που θα πληρώσει τις συντάξεις μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διάφορα