Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2021

 

Ουκρανικό ουρί


Τέρμα δεν υπάρχει Θεός. Το αποφάσισα σήμερα. Κι αν υπάρχει δεν έχει σημασία. Θεός που βλέπει αυτό το πράγμα και δεν ρίχνει φωτιά να κάψει τον κόσμο όλο δεν υπάρχει. Τελείωσε. Αυτά που έλεγε ο γιατρός στην ταβέρνα, τις προάλλες, περί της μη υπάρξεως Θεού και σύγχρονης βιολογίας και παρλαπίπες, μπορεί να καταλήγουνε στα ίδιο συμπέρασμα αλλά εμένα στα αρχίδια μου. Έχω πιο σίγουρα επιχειρήματα για αυτό μην μου ξαναμιλήσετε για Θεό.

Αν υπήρχε Θεός δεν θα έπεφτε αυτό το μουνί στον Βασιλάκη. Το είδα με τα μάτια μου και έπαθα την πλάκα μου αλλά παρόλα αυτά δεν πίστευα. Ούτε και τώρα το πιστεύω.

Γύριζε, λέει, από την λαϊκή και σταμάτησε για καφέ και κατούρημα στο πεντηκοστό χιλιόμετρο, ξέρετε, στο σταθμό των αυτοκινήτων και μόλις παρκάρισε και κατέβηκε το ντάτσουν φορτωμένο με άδεια τελάρα, όχι τελείως άδεια δεν είχε πουλήσει όλα τα καρπούζια, άκου ρε, τον μαλάκα, τα καρπούζια να σκέφτεται και να λέει για την συνάντηση, που εμένα αν μου τύχαινε θα τα είχα παρατήσει όλα και τώρα θα ήμουν σε νησί της καραϊβικής, ξέρω γω, στο πιο μακρινό γήινο παράδεισο, μόνος μαζί της. Ένα τέτοιο παιδί αγκαλιάζεις και είναι σαν να κρατάς όλο τον κόσμο στα χέρια σου.

Κατέβηκε, λέει, να πάει για κατούρημα γιατί στην λαϊκή ξέχασε να πάει στο καφενείο που είναι εκεί δίπλα, άκου τον κωλόφαρδο, και βλέπει ένα κορίτσι, έτσι απλά, ένα κορίτσι, ο άσχετος με την ομορφιά, ο ανέραστος, να κάθεται στο κράσπεδο του παρκινγκ και της λέει αυτός που δεν ξέρω αν είχε μιλήσει ποτέ στην ζωή του, το κωθώνι,

- πάμε για καφέ,

έτσι για πλάκα, λέει,  της το είπε, δεν την ρώτησε αλλά το είπε.Και αυτή τον κοίταξε στα μάτια. Άκου ρε, στα πατομπουκαλωμένα μάτια του, τα γκαβά τον κοίταξε, λέει, και είδε καλοσύνη και ο Βασιλάκης είδε που ήταν κόκκινα τα μάτια της σαν κλαμένα αλλά δεν είπε τίποτα αλλά μόνο

- έλα

της είπε κι αυτή σηκώθηκε και τον ακολούθησε και της παρήγγειλε ο μαλάκας καφέ χωρίς να την ρωτήσει αλλά αυτή τον έκοψε και του είπε

- τσάι

έτσι σκέτο ούτε παρακαλώ ούτε συγγνώμη, μόνο τσάι, που στην γαμημένη ουκρανική της γλώσσα είναι το ίδιο με τα ελληνικά και αυτός γέλασε και είπε

- δεν πειράζει και τσάι και καφέ

γιατί η κοπέλα του σελφ σέρβις είχε ήδη αρχίσει να φτιάχνει τον καφέ.

Κάθισαν σε ένα τραπέζι και ο αιωνίως μουγκός και αμίλητος Βασιλάκης έγινε λαλίστατος κι άρχισε να λέει, στο μουνί το τρομερό, αντί να το γαμήσει επιτόπου μέσα στον κόσμο πάνω στο τραπέζι ο μικρόκαυλος και να μην λογαριάσει τίποτα, άρχισε να της λέει για την λαϊκή και τα προϊόντα που δίνει και τις άλλες μαλακίες, αντί να της πει για τα μάτια της που είναι θάλασσες και ρουφήχτρες και σε ρουφάνε και χάνεσαι για πάντα για το κορμί της που είναι πόθος συμπυκνωμένος για το βυζί της που είναι πύργος παγωτό για γλείψιμο και δάγκωμα για το μουνί της που είναι υγρό και ξεχειλίζει καύλα και απειλεί να πλημυρίσει και να πνίξει όλο τον κόσμο και τον ντουνιά, αντί να της πει κάτι για όλα αυτά της έλεγε ο ηλίθιος για τα μαρούλια και τα λάχανα  και πόσο  δύσκολο είναι να τα μαζέψεις πριν το χάραμα, σχεδόν νύχτα, μέσα στο κρύο και να φύγεις μετά πριν φέξει για την λαϊκή και να φτάσεις, να στήσεις τον πάγκο, να απλώσεις τα λαχανικά όλα και να ακούς την μία και την άλλη νοικοκυρά να λέει το δικό της και για τις μόνιμες πελάτισσες που έχει και για την γριά που έρχεται σε αυτόν και αρχίζει να του λέει πάντα την ίδια ιστορία για το γιό της που τον έχασε στον πόλεμο και ποτέ δεν τελειώνει η ιστορία λες και τελειώνει ο πόλεμος ή λες  και είναι ένας ο πόλεμος συγκεκριμένος αυτός στον οποίον χάθηκε ο γιός της κωλόγριας,  γιατί έρχεται άλλη πελάτισσα και θέλει μαρούλια και κάνει κριτική και όλα αυτά έλεγε ο γκαβός ο Βασιλάκης κι αυτή τον κοίταζε στα μάτια, αν είστε χριστιανοί, εσείς που είστε γιατί εγώ τέρμα, το είπαμε, άθεος και αντίχριστος για πάντα και εις αεί, και τον άκουγε και γελούσε με τις ανοησίες του Βασιλάκη και φωτιζόταν από τα μάτια της και λέπταινε ο αέρας στο σελφ σερβις καφέ του πεντηκοστού γιατί είχε κάτι το γέλιο της, το αερικό και το φευγάτο.

Με ποιανού τα λόγια γελούσε; Ναι καλά ακούσατε: Με του Βασιλάκη!  Που στο χωριό το είχαμε του κλώτσου και του μπάτσου, τσουτσέκι και βούρλο. Ανίκανος για οτιδήποτε, σκράπας στο σχολείο με το ζόρι τέλειωσε το Δημοτικό και μετά στην Τεχνική σχολή ηλεκτρολόγος ο αφώτιστος  κι ανάθεμα αν άλλαξε λάμπα ποτέ του και μετά στο στρατό ο στραβούλιακας αντί για γιώτα πέντε στα τσακ την γλύτωσε και υπηρέτησε κάπου με κάποιο μέσον στην Λάρισα και μετά ήρθε στο χωριό κι άρχισε να καλλιεργεί τα χωράφια του μπαμπά του που είχε πεθάνει από χρόνια. Που δεν έβλεπε που πάνε τα τέσσερα ο ανεκδιήγητος και ρωτούσε να μάθει πόσα ποτίσματα χρειάζεται το κρεμμύδι και με τι το ραντίζουμε για τη μουχρίτσα. Τον πιάσαμε από το χέρι και κοροϊδεύοντας τον κάναμε παραγωγό  λαϊκών αγορών. Μάλιστα. Επειδή δεν είχαν πολλά χωράφια οι δικοί του κι αυτά που ήταν ποτιστικά ήταν λίγα, αντί να τρέχει για επιδοτήσεις ο άχρηστος δούλευε για λάχανα και κηπευτικά και ω! του θαύματος του πρωτάρη και του ασχέτου όλα γίνονταν καλά κι ευτυχώς που δεν είχε κλήρο μεγαλύτερο ο Βασιλάκης γιατί θα μας είχε πηδήσει όλους. Αλλά αυτός χωράφι - σπίτι ούτε στην αγορά δε έβγαινε ο ακοινώνητος. Μόνο με τον γιατρό έκανε καμιά φορά παρέα και τον φαρμακοποιό και τον δουλεύαμε ότι θα γίνει νοσοκόμα,  ουπς,  νοσοκόμος ήθελα να πω ρε Βασιλάκη και γελάγαμε εμείς γέλαγε κι αυτό το ούφο.

Εγώ, όταν είδα ότι τα χωράφια και οι παραγωγές πάνε, πέθαναν και μόνο η επιδότηση μου έμενε, την έκανα για το εργοστάσιο. Είχε ανοίξει τότε το κλωστήριο του Παχίδη και ο Παναγιώτης ο Κοντός ήταν προσωπάρχης, τότε με το ΠΑΣΟΚ και με πήρε. Στην αποθήκη με βάλανε, στην παραλαβή πρώτων υλών. Ξεφορτώναμε με το κλαρκ το εκκοκκισμένο βαμβάκι. Είχα δίπλωμα επαγγελματικό, από τον στρατό, και με πήρανε γιατί μερικές φορές έπαιρνα και το φορτηγό να πάω τα έτοιμα στο βαφείο.

Πρωί στην παραγωγή, προλετάριος και μετά έκανα κάνα  ποτισματάκι, βοηθούσε και ο θείος Χρήστος σε κάνα όργωμα, τσιμπούσα και το παραδάκι από την Ένωση και όλα καλά.

Ο Βασιλάκης ήθελε να το παίξει γεωργός δήθεν ο βλαμμένος και δώστου και πάλευε.

Και ιδού εκείνη την ίδια ημέρα του λέει η Λιουντμίλα, το γαμάτο το παιδί που το βρήκε ο Βασιλάκης στο παρκινγκ και το κάλεσε για καφέ,

- τι ωραία που είναι όλα αυτά που λες

Έτσι στον ενικό, κατευθείαν το πουτανάκι. Κατάλαβες;

Και ο Βασιλάκης που τον υπόλοιπο καιρό δεν μπορούσε να μιλήσει καλά καλά, κάποιος τον φώτισε, δεν γίνεται, και εδώ είναι που αν υπάρχει Θεός αυτός είναι μόνο του Βασιλάκη και άρα δεν υπάρχει για μένα ούτε και για όλους τους άλλους, τον φώτισε λοιπόν ο θεός του και μέσα στο απίθανο, κούφιο μυαλό του διαμορφώθηκε η πρόταση πρόσκληση προς το ουκρανικό θεσπέσιο μουνί και κατέβηκε μέχρι το στόμα του και ψέλλισε:

-θέλεις να έρθεις μαζί μου;

Μεγάλωσαν κι έλαμψαν τα μάτια τα γκρίζα, τα μαύρα, τα γαλανά, τα καφέ τα με κάθε χρώμα του ουράνιου τόξου μάτια της και γέλασαν στον γυαλάκια Βασιλάκη και κούνησε το κεφάλι καταφατικά με

- ντα

και

- ναι

και γέλιο γιατί δεν είχε που αλλού να πάει. Άγγελος διωγμένος από τον Παράδεισο που αυτός υπήρχε μέχρι να φύγει η Λιουντμίλα και τώρα σίγουρα έχει κλείσει και ερημωθεί και κλαίνε οι ένοικοι, μπήκε στο αμάξι του Βασιλάκη και βγήκε στο άθλιο το σιχαμένο χωριό μας, γειτόνισσα μου και αφέντρα του πολύ σκοτεινού εαυτού μου η καργιόλα. Με μια τσάντα που είχε πιο πολλά βιβλία από κιλότες και φορέματα.

Εγώ την είδα την τρίτη ημέρα που είχε έρθει. Η δική μου, η βαρέλα, με ενημέρωσε ότι ο Βασιλάκης έφερε μια Ουκρανή, που θα μένει μαζί τους. Σιγά τα αυγά. Πριν τους Αλβανούς που έχει τώρα είχαν έρθει κάτι άθλιες Ρουμάνες και συσκεύαζαν τα λαχανικά του κεφτέ και πιο πριν κάτι Αλβανίδες. Πάντα κάποιες είχε για την δουλειά του. Άθλιες και ταλαίπωρες. Ποιές θα έρχονταν στον Βασιλάκη; Και πριν αρχίσει η εισβολή των λαϊκοδημοκρατικών ταλαίπωρων, στον για φτύσιμο γείτονά μου καμία σοβαρή ντόπια εργάτρια δεν πήγαινε από τις δικές μας, λες και θα χαλούσε το βιογραφικό τους! Καλές κι αυτές!  

Βασιλάκης – το σούργελο του χωριού. Ακοινώνητος και φοβισμένος. Άθλιος, κακομοίρης και ανθρωποδιώκτης. Μόνος του ότι έκανε και καμιά φορά κάποια ξαδέλφη του τον βοηθούσε. Έτσι κι αλλιώς εμείς αυτή την δουλειά του καθαρισμού και της συσκευασίας των λαχανικών την έχουμε γα γυναικεία και μόνο αργότερα, επί σοσιαλισμού σε πτώχευση, οι Αλβανοί κυρίως μπήκαν στου Βασιλάκη την αποθήκη. Μετά το έκανε συσκευαστήριο, πήρε και κάποια μηχανήματα αλλά εκείνος Βασιλάκης έμεινε.

Κοντός και χοντρουλός. Κατουριότανε μέχρι που πήγαμε τετάρτη δημοτικού. Έβλεπα τα στρωσίδια που τα άπλωνε η κυρά Μαριγώ η μάνα,  άγια γυναίκα, πως έβγαλε τέτοιο μπόυλη;

- Να τον προσέχεις Κώστα μου, τον φίλο σου. Ε;

μου έλεγε.

Φίλος μου ο ατελής, ο άφιλος. Σίχαμα από τότε. Τον δουλεύαμε κι αυτός δεν καταλάβαινε τίποτα ο βλάξ, των βλακών, ω βλάκα.

Μετά από τρείς ημέρες μου λέει η δικιά μου να πάμε να κάνουμε επίσκεψη στην Λιουντμίλα. Εγώ μέχρι τότε δεν είχα πάρει χαμπάρι τίποτα.

- Σε ποιάν;

- Στην Λιουντμίλα, την γειτόνισσα, του Βασιλάκη

μου κάνει

- Μπορεί και να παντρευτούν με τον Βασιλάκη, που ξέρεις;

μου λέει και με έπιασαν τα γέλια.

- Καλά της λέω πήγαινε κι έρχομαι

κι άραξα να δω Πανάθα. Παίζαμε με την Ξάνθη, τότε που φάγαμε τα δύο μπαλάκια, γαμώ την γκαντεμιά της Ουκρανίας. Εμείς, δεν είχαμε ποτέ ουκρανό παίκτη κι ευτυχώς.  Δηλαδή και να είχαμε δεν τον θυμάμαι και καλά θα κάνουμε να τον ξεχάσουμε. Καραγκαντέμης θα ήταν σίγουρα. Μόνον οι γαύροι είχαν κάτι Μπλαχίν κάτι Πρατάσωφ, άμπαλους εντελώς. Ο διαπλεκόμενος κουμουνιστής, ο πρόεδρος, τους έφερνε τότε με το Κόμμα. Και πολύ το χάρηκα που τους αποκλείσαμε τους Ουκρανούς  τώρα για το μουντιάλ. Οι άσχετοι επιπλέον δεν έχουν μπάσκετ που εκεί θα τους σκιάζαμε τα κωλοβάρδουλα με Διαμαντίδη και τους άλλους.

Στο κάτω κάτω

-      όσο πιο ψηλά παίζεται η μπάλα τόσο πιο μυαλό χρειάζεται.

Της είπα μια φορά της Λιουντμίλα και αυτή

-      Για αυτό στο σκάκι οι Έλληνες πάτος,

μου απάντησε γελώντας. Με είχε κουφάνει και το είχα βουλώσει. Το ουκρανικό αιωνίως μουσκεμένο μουνί που μας προέκυψε  και ετοιμόλογο και δεν άφηνε τίποτα να πέσει αναπάντητο.  Κατάλαβες; Μάλιστα να λες!

Έπρεπε να το καταλάβω από τότε ότι η Ουκρανία είναι γκαντεμιά μας και γκαντεμιά μου.

Δεν πήγα επίσκεψη και επειδή ήμουν κουρασμένος μετά το ματς μες στην απογοήτευση έπεσα να κοιμηθώ. Δεν κατάλαβα πότε ήρθε η δικιά μου και σωριάστηκε δίπλα μου.

Ξυπνάω την άλλη μέρα, όπως κάθε μέρα στις έξι. Χωρίς ξυπνητήρι σηκώνομαι. Σιγά! Τόσα χρόνια στο προλεταριακό κουρμπέτι μην έχουμε ανάγκη τα ξυπνητήρια.

Βγαίνω στην ταράτσα, έτσι όπως είμαι με την φόρμα πιτζάμα και τις παντόφλες. Δηλαδή κανονικά, είναι το μπαλκόνι μας, μην νομίσετε ότι ανέβηκα τίποτα σκάλες αλλά επειδή από κάτω είναι η αποθήκη και επειδή πάντα στην ταράτσα της αποθήκης απλώνανε τα πεθερικά μου τον κρεμμυδόσπορο να στεγνώσει, κατοχυρώθηκε ταράτσα οριστικά. Τέτοιος μαλάκας είμαι: το λέω κι εγώ το μπαλκόνι ταράτσα.

Έλαμπαν τα αστέρια αμυδρά προς την Δύση και εάν φως μυστήριο υπήρχε διάχυτο στην ατμόσφαιρα. Σαν να χόρευαν άγγελοι. Ωραία μέρα ερχότανε.

Βλέπω στην αυλή του Βασιλάκη μία γκόμενα, με φόρμα, να πλένει την αυλή, με το σωλήνα και την σκούπα. Την φώτιζε το φως της αποθήκης. Σαν θέατρο ήταν. Στο κέντρο της σκηνής, αυτή έσπρωχνε το νερό προς τον δρόμο και μουρμούριζε κάποιο τραγούδι που δεν κατάλαβα. Κάθε λογικός άνθρωπος θα κοιτούσε με απορία. Άκου χαρούμενη στο σφουγγάρισμα στις έξι η ώρα το πρωί!

Την κοιτούσα από πίσω. Καθώς ήταν σκυμμένη, είχε τραβηχτεί η φόρμα της και φαινόταν λίγο το στριγκάκι. Μαύρο στριγκάκι και ωραίος κωλος για πρωινό, είπα κι έπιανα τα αρχίδια μου και την κατουρόκαβλά μου.

Και μετά γύρισε. Φορούσε ένα μπλουζάκι άσπρο μακό και τα μαλλιά σηκωμένα ψηλά κότσο κι έπαθα πλάκα. Θεά και μούσα. Τα βυζιά της; Σαν πεπόνια μικρά και στητά, Ντούρα. Όχι νερουλά σαν της δικιάς μου. Με σημάδεψαν, εκπυρσοκρότησαν κι έφεξε το σύμπαν. Σκοτείνιασε το φως από το μέσα της αποθήκης.

Με είδε και με χαιρέτισε, αν έχετε τον Θεό σας!

- καλημέρα.

Χάζεψα

- …μέρα

της λέω και έμεινα. Αυτή, σταμάτησε να με κοιτάει, έσκυψε και συνέχισε το πλύσιμο της αυλής σαν μην είχε συμβεί τίποτα.

Για εμένα είχε σταματήσει η πορεία του ήλιου και σαν κάποιος μετεωρίτης να προσγειώθηκε στο κεφάλι μου. Τι είναι τούτο!

Μπήκε το κορμί μέσα στην αποθήκη του γείτονα και σε λίγο έσβησε το φως. Τέρμα η παράσταση και η δοξολογία.. Πήγα μέσα να ντυθώ. Φύσηξε λίγο και ανατρίχιασα αλλιώς εκεί θα ήμουν ακόμα.

Η δικιά μου δεν ξυπνάει πρωί - πρωί,  όοοοχι. Φτιάχνει επιδερμίδα το θωρηκτό. Όταν παντρευτήκαμε ήταν κούκλα, γεματούλα αλλά σφικτή και ευέλικτη. Ήταν άλλο πράγμα στο κρεβάτι. Πως άλλαξε ρε παιδί μου σε πέντε  χρόνια δεν μπορώ να το καταλάβω. Καμία σχέση με το πριν η χοντρή που έχω τώρα. Καθισιό όλη μέρα καφές και βουτήματα. Τι διάολο, δεν βαριέται, γαμω τα φελέκια μου; Της το λέω καμιά φορά και μου λέει ότι συγυρίζει το σπίτι. Τρελαίνομαι όταν το ακούω. Ποιο  σπίτι; Εξήντα τετραγωνικά κλουβί όλο κι όλο.

- Αν ήσουν άξιος ας έκανες άλλο

μου το κοπανάει.

- Ο μπαμπάς αυτό μπορούσε.

Ο πεθερός μου καλό ανθρωπάκι, με το σκατό παξιμάδι το έφτιαξε το κλουβί μας. Οι δικοί μου πάμφτωχοι. Από το σπίτι μου δεν πήρα φράγκο. Ότι είχα είναι οι οικονομίες μου από την δουλεία στο εργοστάσιο το πρώτο πριν κλείσει κι αρχίσουμε τους αγώνες, τα σωματεία και τις μαλακίες και τελικά τζίφος. Έχασα και τα μεροκάματα του τελευταίου χρόνου και τα ένσημα. Ενώ ο Βασιλάκης τσούκου - τσούκου και την αποθήκη του και το σπιτάκι το έφτιαξε για να έχει τώρα τον μούναρο της στέπας να του φωτοβολεί το άθλιο καθιστικό τους. Συγχύστηκα πάλι.

Φεύγω για το εργοστάσιο κι εκείνη την ημέρα ήμουν σαν άρρωστος. Το είδε ο εργοδηγός και με ρώτησε τι έχω.

- Καλά του λέω παραείπιαμε χθες βράδυ και έχω λίγο πονοκέφαλο.

Με έστειλε να φτιάξω κάτι παλέτες στην αποθήκη. Στην γραμμή παραγωγής δεν γίνεται να μην τα έχεις τετρακόσια. Λίγο να αφαιρεθείς  τα ντεφέκτιβ, τα σκάρτα ντε,  μαζεύονται αμέσως και ο εργοδηγός τα σημειώνει και τα αφαιρεί από το πλάνο. Γάμησέ τα. Καλύτερα οι παλέτες γιατί κινδυνεύεις να χάσεις και κάνα δάκτυλο κι εγώ ήθελα όλα τα δάκτυλα για να την γραπώσω. Άστα.

Πέρασε η μέρα και βρέθηκα στο σπίτι. Βγήκα αμέσως στην ταράτσα. Κοίταξα δίπλα. Ερημιά. Απόλυτη ησυχία. Άνοιξη και έκανε λίγη ζέστη. Η δικιά μου με φώναξε να φάμε. Τρώει τον αγλέορα μόνη της όλη μέρα θέλει να τρώμε και μαζί ο Τιτανικός ο ένσαρκος.

- Καλά η γειτόνισσα, τέλεια. Έχασες που δεν ήρθες χθες. Κάτι φαγητά ουκρανικά κάτι σαλάτες κάτι πατάτες νόστιμες. Το σπίτι γκράν, τέλειο. Είχα βγάλει κάτι παλιά κεντήματα της μαμάς του Βασιλάκη και είχε στολίσει το τραπεζάκι. Η κυρά Μαριγώ την κοιτούσε και φως έσταζαν τα μάτια της Λιουντμίλα μου και Λιουντμίλα μου. Η Λιουντμίλα ετούτο, εκείνο, όλα η Λιουντμίλα τα κάνει. Είχε φτιάξει και μια τούρτα του Κιέβου, τις λένε κιεβσκι τορτ, μέχρι να την μάθουμε γελάγαμε. Καταπληκτική. Σερβίρισμα; Γκαρσόνα ολκής. Όσο για τα ελληνικά τα λέει με τέτοιο τρόπο που δεν μπορείς να μην γελάσεις. Όχι να την κοροϊδέψεις αλλά να χαρείς ρε παιδάκι μου. «Φανή,  γκιτόνισα καλό» μου έλεγε. Ήπιαμε και βότκα. Τέλεια. Εσύ μη χάσεις τη μπάλα. Ακοινώνητε!

. . . μου λέει και τρελάθηκα.

Άντε μετά να κοιμηθείς, γαμώ την ατυχία μου. Κοιμάμαι μετά το φαί  για ναμαι φρέσκος στο καφενείο το βράδυ. Τώρα πάει ο ύπνος. Ξάπλωσα και δίπλα μου και πάνω μου και παντού, γέμισε το κρεβάτι με Ουκρανία. Ευτυχώς η δικιά μου πήγε στη μάνα της να ετοιμάσουν κάτι πρόσφορα κάτι τέτοιο κι έμεινα εγώ με την  Λιουντμίλα. Μπήκε από την πόρτα υπογέλαστη και κουνιστή, με νεγκλιζέ και τα μαλλιά αυτά τα καστανόξανθα που είχε το πρωί κότσο τώρα τα είχε λιτά και με νάζι σκέπαζε με αυτά το μισό της πρόσωπο. Μάτια μισόκλειστα και στόμα πύρκαυλο. Πριν  φτάσει στο κρεβάτι είχα χύσει και σηκώθηκα βλαστημώντας να σκουπιστώ και να σκουπίσω τα σεντόνια. Τα είχε μόλις στρώσει. Μαλάκας κυριολεκτικά.

Το βραδάκι βγήκα στην αγορά και περνώντας από έξω από του Βασιλάκη είδα από το παράθυρο την Λιουντμίλα να του σερβίρει γελώντας. Του χάιδεψε το κεφάλι,  γαμώ την τρέλα μου, την εμφανιζόμενη κατσαρή φαλάκρα του. Που είναι ο θεός να με κάψει;

Στην πρέφα με βρίσανε. Δεν σταύρωσα μπάζα. Τα παράτησα. Βαρέθηκα και έβλεπα στην τηλεόραση μια συζήτηση για την οικονομία χωρίς να ακούω και να βλέπω. Ζημιά. Έφυγα γρήγορα κι είπα ότι έχω πονοκέφαλο. Και στην δικιά μου το ίδιο είπα και πήγα για ύπνο.

- Η Λιουντμίλα σου στέλνει αυτό, συνταγή από την πατρίδα της

μου λέει και μου δείχνει εάν πιάτο στο τραπέζι.

- Άσε ρε γυναίκα. Αυτά δεν πιάνουν μπάζα μπροστά στα δικά σου

λέω εγώ κι έλαμψε η ενανθρωπισμένη όρκα η φάλαινα.

Τις επόμενες ημέρες ήμουν και δεν ήμουν ζωντανός. Ξυπνούσα, έτρεχα στην ταράτσα αλλά η Λιουντμίλα δεν ήταν εκεί. Ήθελα να ξαναδώ πως είναι ένα κομμάτι από τον Παράδεισο αλλά δεν. Τι διάολο κάθε ημέρα θα σφουγγάριζε την αυλή; Έφευγε μαζί με τον Βασιλάκη για την λαϊκή. Τρελαινόμουν.

- Ξέρεις τι εργατική που είναι; Ξέρεις πόσο γρήγορα ξεπουλάνε τώρα και οι δυο τους;

Άκουσα την κυρά Μαριώ να λέει στην δικιά μου.

- Μακάρι να την πάρει ο Βασιλάκης μου.

Άκου κόσμε τι ακούμε! Ο Βασιλάκης να πάρει αυτή την θεά!

Και την πήρε. Μάλιστα. Σε τρείς μήνες παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο. Μπορεί και να ήταν ο πρώτος πολιτικός γάμος που γινόταν στο χωρίο. Μας κάλεσαν και πήγαμε. Παρασκευή απόγευμα. Σαββατοκύριακο δεν υπάρχουν δημοτικοί υπάλληλοι είπε ο Δήμαρχος. Τι να γίνει; Παρασκευή.

Τι Παρασκευή; Κυριακή του Πάσχα και Ανάσταση. Η Λιουντμίλα με το λευκό νυφικό και βαμμένη, φωτοβολούσε. Χριστός Αναστάσιμος και θεία πόρνη μαζί.

- Παιδικός φίλος και γείτονας, δεν γίνεται να λείπεις,

μου είχε πει ο Βασιλάκης όταν μου έδωσε την πρόσκληση. Πήγα, γαμώ την τύφλα μου και τυφλώθηκα. Ήθελα να ξέρω οι άλλοι δεν έπαθαν τίποτα;

- Μετά την τελετή, στο σπίτι, έχει ετοιμάσει η Λιουντμίλα κάτι μεζέδες και θα κάνουμε ένα μικρό γλέντι

μου είχε πει.

Είχε βγάλει το νυφικό και φορούσε ένα κοντό κόκκινο φόρεμα, με ντεκολτέ, μαύρη γόβα στιλέτο και αγκάλιαζε ποιόν; Τον Βασιλάκη!

- Τι καλός τι χρυσός,  ζαλατόι μόι,

Έλεγε.

Ποτέ δεν ρώτησε για αυτή για το παρελθόν της μόνο την έκανε να γελάει,

- αυτή είναι αγάπη πραγματική και έτσι μια γυναίκα κάνει πάντα για άντρα της.

Ακούγανε οι δικιές μας την βοηθάγανε να ολοκληρώνει τις προτάσεις και στο τέλος χειροκροτούσαν. Κόλαση. Τι βότκα τι ουκρανικοί μεζέδες μου λέτε τώρα. Εγώ ψηνόμουν και τρωγόμουν από μέσα μου σαν κοντοσούβλι και κοκορέτσι πασχαλιάτικο. Σε μια στιγμή έρχεται κοντά με το ποτηράκι της και μου λέει

-σταυρωτό Κώστας;

Να το πιούμε το δηλητήριο αγκαλιά, σταυρωτό, όπως κάνουμε στο χωριό.

- Ε, γκίτονα;

Μου λέει με νάζι και με κάρφωσε.

- Ναι! Ναι! αχ ναι!

είπε και η δικιά μου

- όλο άσπρο πάτο

και χειροκρότησε κι ακολούθησαν οι άλλοι.

Πέρασε το μπράτσο της γυμνό και αιθέριο στο δικό μου και

- άντε βίβα, να ζνταρόβιε

λέει και το κατεβάζει.

Κοιτούσα τις σταγόνες στα χείλη της, βαμμένα κόκκινα, σαν το φόρεμα, κι ήθελα να την ρουφήξω.

- Άντε, Κώστας

μου λέει και με σκουντάει. Το κατέβασα με κλειστά μάτια και τα άλλα τα ζόμπι χειροκροτούσαν. Τα άλλα δεν τα θυμάμαι. Έπιανα το μπράτσο μου εκεί που με είχε αγγίξει και ανατρίχιαζα εσωτερικά. Όλο το βράδυ μέχρι που εδέησε η καλή μου, η χοντρή μου και φύγαμε.

- Δεν την συμπαθείς τη Λιουντμίλα

μου λέει σπίτι καθώς έβγαζε τα σκουλαρίκια της. Της τα είχα πάρει για γαμήλιο δώρο αλλά τότε ήταν αλλιώς κρέμονταν και λικνίζονταν με χάρη. Ενώ τώρα ο λαιμός της κόντευε να φτάσει στα αυτιά της.

- Τι λες, μια χαρά κοπέλα,

λέω εγώ ψύχραιμος και βαριεστημένος.

- Τι μια χαρά. Τέλεια

μου λέει.

- Τυχερός ο φίλος σου, ο Βασιλάκης!

Α! ρε τι ακούω ο μαλάκας νυχτιάτικα!

- καιρός του ήτανε. Η Λιουντμίλα ξέρει τα πάντα. Τις προάλλες μας έλεγε στης Σωτηρίας που είχαμε μαζευτεί ότι στην Ουκρανία, στο χωριό της τέλος πάντων, ήταν μηχανικός στα τρακτέρ και ξέρει όλες τις δουλειές. Μέχρι και μαθήματα πρώτων βοηθειών και μασάζ τους κανανε μας είπε. Καμιά μέρα θα της πω να μας δείξει.

Κουκουλώθηκα να μην ακούω αλλά δεν μπόρεσα να κοιμηθώ πριν τα χαράματα. Στριφογύριζα και ανέπνεα τον αέρα της στέπας και την έβλεπα να έρχεται με δύο ποτηράκια γεμάτα βότκα να το πιούμε σταυρωτό Κώστας γκίτονας κι το μπράτσο μου ζωντάνευε και με έκαιγε.

Τον Ιούνιο οι ζέστες μεγαλώνουν και το κρεμμύδι θέλει πολύ νερό. Αν δεν το ποτίσεις τότε, το ‘χασες. Είχα βάλει λίγα στρέμματα και μετά την δουλεία, μέσα στο μεσημέρι, καβαλούσα το τρακτέρ και πήγαινα για πότισμα. Καλή ή κακή μου τύχη και στα περιβόλια είμαστε γείτονες με τον Βασιλάκη. Όταν ήμασταν μικροί, τα μεσημέρια οι άλλοι έκαναν ένα διάλειμμα από τις δουλειές εμείς οι δύο παλεύαμε. Μην ρωτήσετε τώρα ποιος νικούσε; Τώρα μετανιώνω που δεν το είχα από τότε πετάξει στο πηγάδι την ψωνάρα με το Λιουντμίλα μου και Λιουντμίλα μου, αγάπη και λιουμπόβ μου. Έμαθε και ο αρβανίτης μουζίκος τα καλά του τσάρου.

Φτάνω που λέτε στο περιβόλι,  αφήνω το τρακτέρ και βλέπω την Λιουντμίλα να κουβαλάει σωλήνες ποτίσματος. Της πήγαινε στο άλλο μέρος για να ποτιστεί το υπόλοιπο από το κρεμμύδι τους. Η Λιουντμίλα είχε και δίπλωμα τρακτέρ η καργιόλα, και αυτοκινήτου. Τι δεν είχε;

Αρμένιζε στο κρεμμύδι μέσα. Μαύρη φόρμα κολλητή και πουκάμισο ψιλό. Πλησίασα. Έβλεπα τις ρόγες της έτοιμες να σπάσουν το σουτιέν και το πουκάμισο και να μου επιτεθούν. Αισθάνθηκα τον αέρα να υγραίνεται, να γίνεται πηκτός. Το στόμα μου στέγνωνε σαν έρημος και βούιζαν τα αυτιά μου. Η Λιουντμίλα σαν τορπίλη έσκιζε το πάν, αληθινή καραβέλα του Κολόμβου με περίμενε να με πάει σε μιαν άλλη Αμερική.

- Θες βοήθεια;

Της είπα βραχνά και την κοίταξα.

- Όχι Κώστα,

τώρα πια, έλεγε το όνομά μου σωστά, χωρίς ς,

- μπορώ, είμαι εκπαιδευμένη. Ο Βασιλάκης μου έχει δείξει.

Την πλησίασα κι ήμουν έτοιμος να την γραπώσω.

- Άσε με μανάρι μου να σε βοηθήσω

Και πήγα να την αγκαλιάσω. Ήμουν αλλού. Ήθελα να υγροποιηθώ και να με ρουφήξει, να χαθούμε.

Είδα στα μάτια της και δεν γελούσε.

- Κώστα εγκώ τίμω  άνδρα μου και τίμω φίλη Φανή γκυναίκα σου. Εσύ φίλος μου

μου ακούμπησε το δακτυλάκι της στο στήθος και με έσπρωξε απαλά. Παραπάτησα σαν να είχα φάει γροθιά από κοζάκο. Μου έριξε κάτι χειρότερο από χαστούκι.

Με έφτυσε.

Τίμω και Τίμω,  μου έλεγε, τον άντρα μου και την γκιόσα σου και ήταν σαν να μου έλεγε σε φτύνω και σε φτύνω.

Έφυγα χωρίς γεια. Το κρεμμύδι έμεινε απότιστο εκείνη την ημέρα.

Θα σε φτιάξω εγώ μωρή πουτάνα.

Τότε σκέφτηκα το σχέδιο με τα γράμματα. Το είχα δει στην τηλεόραση σε ένα σήριαλ. Εκείνο τον καιρό ήμουν νυχτερινός και όσο νάναι η δουλειά το βράδυ ήταν πιο  λάσκα. Πατίκωνα τα γράμματα από τις εφημερίδες σε χαρτί από το φωτοτυπικό και έφτιαχνα προτάσεις: Η ΟΥΚΡΑΝΗ ΣΟΥ ΠΙΔΙΕΤΕ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΒΑΝΟ. Βασικά έγραψα μια  αφορά το Η ΟΥΚΡΑΝΗ ΣΟΥ ΠΙΔΙΕΤΕ ΜΕ , και το άλλο το άφησα κενό καβάτζα για να βάλω ονόματα εν ευθέτω χρόνο. Αυτή την φορά πρόσθεσα το ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΒΑΝΟ.  Τα έβαζα σε λευκό φάκελο που έκλεβα από το λογιστήριο και τα έστελνα προς τον κ. Βασίλειο Χάσκη, Παλίοκαστρο. Φεύγοντας για το χωριό, άφηνα τα γράμματα στο ταχυδρομείο της επαρχιακής πρωτεύουσας. Τα γράμματα στον φάκελο τα ‘γραφα με το αριστερό και κεφαλαία. Έβαζα και ουρίτσες για να μην μοιάζουν με τα δικά μου καθόλου. Εκείνο τον καιρό δούλευαν κάτι Αλβανοί στο συσκευαστήριο και είχα δει πολλές φορές την Λιουντμίλα α να κουβαλάει τα τελάρα για γέμισμα. Έσκυβε σε τέλεια καμπύλη κι αυτοί οι υπάνθρωποι δεν κοίταζαν καν. Οι ηλίθιοι.

Μαλάκας, μαλάκας, μαλάκας να γεμίσω όλη την σελίδα για να το καταλάβετε;  Τέτοιος ήταν ο μαλάκας ο Βασιλάκης. Δεν έκανε τίποτα ρε παιδί μου.

Τι-πο-τα.

Του έστειλα και δέκα επιστολές. Άλλαζε προσωπικό του έστελνα άλλη. Άλλαζε εθνικότητα το προσωπικό, είχε Ρουμάνους, άλλη.

Σου λένε ότι η γυναίκα σου πηδιέται με τον εργάτη σου ρε μαλάκα και εσύ τίποτα; Εσύ σαν λογικός άνθρωπος, σαν αξιοπρεπής, σαν έλληνας γαμώ την πατρίδα μου, το δέχεσαι; Διώχτη με κλωτσιές την πουτάνα. Στείλε τη χωρίς εισιτήριο στην πουτανουκρανία της.

Η δική μου, όγκος ο εύσαρκος, ερχόταν και μου τα έλεγε. Εγώ ξέκοψα μετά από εκείνη την ημέρα στα κρεμμύδια, αλλά αυτή συνέχισε να είναι φίλη με την Λιουντμίλα. Της τα έδειχνε τα γράμματα ο ξευτίλας και γελούσαν μαζί.

- Με αγαπάει και με σέβεται

έλεγε η Λιουντμίλα και τον φιλούσε στην επιβλητική καράφλα του, κι αυτός χαμογελούσε, ο ηλίθιος.

Την ημέρα που έγινε το δυστύχημα στην Εθνική, τότε στην μεγάλη καραμπόλα, ο Βασιλάκης  καθώς γύριζε από την λαϊκή, χώθηκε κάτω από μια νταλίκα. Πίτα το φορτηγάκι. Ήρθε η πυροσβεστική να τον βγάλει. Τι να βγάλει δεν έμεινε τίποτα. Το φέρανε μέσα σε σφραγισμένη κάσα που δεν την ανοίξανε καν, δεν τον πήγανε στο σπίτι, κατευθείαν στην εκκλησία και από εκεί στον τάφο.

Η Λιουντμίλα δεν είχε πάει μαζί του. Έβαφε την αποθήκη  μόνη της και το συσκευαστήριο. Τα είχε μάθει τα βαψίματα στο γαμημένο το σοβχόζ της αλλά η τύχη δεν ήταν με το μέρος της.  Είδε την κυρά Μαριγώ να φωνάζει κι έτρεξε. Μου τα είπε η δικιά μου. Δεν έβγαλε μιλιά. Αγκάλιασε την ταλαίπωρη κυρά Μαριγώ και της έλεγε κάτι στα ουκρανικά. Σαν να την νανούριζε. Σαν να μοιρολογούσε όχι  όπως εμείς αλλά σαν τραγούδι από μακριά. Έφυγε να πάει στην Αθήνα, στο νοσοκομείο είπε και . . . χάθηκε. Ούτε στην κηδεία φάνηκε. Καπνός, σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Στην αρχή είπα στα τσακίδια, στο αγύριστο η μαλακισμένη. Κηδέψαμε τον Βασιλάκη, τον φίλο και γείτονα ντε, παρηγορήσαμε την κυρά Μαριγώ που μέσα στον καημό της Λιουντμίλα και Λιουντμίλα παραμιλούσε. Σαν να είχε ξεχάσει, ρε παιδιά, τον γιο της.

Τώρα, πέντε μήνες μετά το φευγιό του Βασιλάκη και της Λιουντμίλας, ό ένας για κάτω κι ή άλλη για το άγνωστό, λέω πως μπορεί να μην ήταν ποτέ πραγματική η Λιουντμίλα. Σαν φάντασμα και αερικό αλλά και σαν κύκνος, σαν αυτούς της ιστορίας που μας είχε πει η Λιουντμίλα που τους έπαιζαν στο μπαλέτο.

Πρώτη φορά μαζί της είχα δει μπαλέτο στην τηλεόραση, της είχε βάλει δορυφορική ο Βασιλάκης, θεός σχωρέστον κι έπιανε και ρώσικα κανάλια που εκείνο το απόγευμα κάποιο από αυτά έδειχνε μπαλέτα. Εγώ, η Φανή, ο Βασιλάκης και η Λιουντμίλα καθόμασταν στο μικρό καθιστικό τους. Πριν γίνει η φάση στα κρεμμύδια και με φτύσει η Λιουντμίλα.

Η κυρά Μαριγώ έπλεκε πιο κει. Πίναμε τσάι, όπως στην Ουκρανία  και στα πιατάκια υπήρχε η τούρτα που έφτιαχνε η μερικές φορές η Λιουντμίλα.

Η Λιουντμίλα μας έλεγε την ιστορία που αναπαριστούσαν στο μπαλέτο -κάτι χορευτές υβρίδια, καραδελφές και οι χορεύτριες ψιλοπόδαρες εντελώς.

Έλαμπε και χαιρόταν που εξηγούσε με τα χορευτικά ελληνικά της κάθε σκηνή τι γίνεται και τι παριστάνει. Βαριόμουν του θανατά όλα αυτά τα κουλτουριάρικα αλλά ήμουν ψύχραιμος και συγκαταβατικός.

Προς το τέλος, δεν άντεξα και την κοίταξα μια στιγμή φευγαλέα. Έκλαιγε, στο θεό σας, έκλαιγε που πέταξαν αγκαλιασμένοι οι δύο ερωτευμένοι κύκνοι και χάθηκαν.  Έτρεχαν τα δάκρυα στο μάγουλο της το απαλό, το ροδοκόκκινο  κι αυτή έσφιγγε το χέρι του Βασιλάκη.

Κι αυτή έτσι πέταξε και χάθηκε και δεν μπορώ να πω τώρα με βεβαιότητα εάν υπήρξε ποτέ. Πέρασε από την ζωή μου σαν ουρί παραδεισένιο, ψευδαίσθηση της πρωινής ομίχλης, σαν δροσουλίτης.

Μπορεί όμως κι εγώ να μην υπήρξα αφού ούτε τώρα υπάρχω. Βγαίνω το πρωί στην ταράτσα κοιτάζω δίπλα την αυλή. Μια ερημιά, ένα κρύο και μια σιωπή με γεμίζει, σαν θάνατος. Χειρότερο, σαν λησμονιά.

 

Τρίτη 9 Μαρτίου 2021


 Η Τέχνη στο δικαστήριο

 

Στις 13 Μαρτίου 1956 ημέρα Δευτέρα , στο Δικαστικό Μέγαρο Αθηνών , αρχίζει η δίκη του Μενελάου Λουντέμη για ένα βιβλίο του.  Ο λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης έχοντας ήδη περάσει οχτώ χρόνια στην εξορία για τις αριστερές του ιδέες, μεταφέρθηκε στην Αθήνα για να δικαστεί για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» και συγκεκριμένα για το διήγημα «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό».

Πολιτικώς ο Λουντέμης είχε νικήσει την βλακώδη, σκληρή εξουσία της εποχής. Το αποτέλεσμα αυτής της δίκης, ωστόσο, ήταν η απαγόρευση της κυκλοφορίας των βιβλίων του Λουντέμη. Ο Λουντέμης αθωώθηκε για το συγκεκριμένο «έγκλημα»  ωστόσο αλλά επέστρεψε στον τόπο της εξορίας του, τον Άη- Στράτη, όπου παρέμεινε για δυο ακόμα χρόνια χωρίς να του έχει απαγγελθεί καμία κατηγορία.

 Στην εφημερίδα Ελευθερία, την Πέμπτη 13 Μαρτίου 1958, ανάμεσα στις άλλες καλλιτεχνικές ειδήσεις για την απονομή των λογοτεχνικών βραβείων της Ακαδημίας Αθηνών και για την επιδείνωση της υγείας του Δημοσθένη Βουτυρά, δημοσιεύεται και η είδηση για την παύση της 11χρονης εξορίας του Μενέλαου Λουντέμη: «Η Δευτεροβάθμιος Επιτροπή επί των εκτοπίσεων έκανε δεκτή την έφεση του κ. Μενέλαου Λουντέμη εναντίον της αποφάσεως της Πρωτοβαθμίου που του είχε επιβάλει ενός χρόνου εκτόπιση στον Άγιο Ευστράτιο. Χάρη στην απόφαση αυτή παύει οριστικά η εξορία του συγγραφέα που πέρασε 11 χρόνια εκτοπισμένος χωρίς καμιά συγκεκριμένη κατηγορία εις βάρος του»

 Άρα εκείνοι που μιλούν για «ιδεολογική κατίσχυση της Αριστεράς» στην πνευματική ζωή της χώρας στις δεκαετίες 1950 – 1980, ας μιλήσουν καλύτερα για «ανικανότητα της Δεξιάς να αντιπαρατεθεί ιδεολογικά» με τους πολιτικούς και ιδεολογικούς αντιπάλους της.

 Τέλος πάντων προς το παρόν κι επιστροφή στις μέρες του 1956.

 Το κατηγορητήριο στηρίχτηκε στον εμφυλιοπολεμικό νόμο 509/47. Η Εισαγγελία είχε προσάψει στον Μενέλαο Λουντέμη την κατηγορία πως η συλλογή διηγημάτων «Βουρκωμένες μέρες» είναι έργο υπονομευτικό και αντεθνικό και ότι η δημοσίευσή του αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη εσχάτης προδοσίας. Και δεν έπαιζαν τότε με τέτοιους χαρακτηρισμούς!

Μαζί με τον συγγραφέα κατηγορούμενοι και οι εκδότες Νίκος Αμπατιέλος , Ιωάννης Γράμπελας και Χ. Χριστοδουλάκης.

 Η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Το ίδιο και οι διάδρομοι. Όσοι δεν βρήκαν θέση στην αίθουσα και στους διαδρόμους βολεύτηκαν στις σκάλες. Κι ήσαν πολλοί αυτοί, που ήρθαν να παρευρεθούν στη δίκη κι ήσαν πολίτες κάθε κατηγορίας: συγγραφείς, ποιητές, δημοσιογράφοι, εκδότες, εργάτες, υπάλληλοι και βεβαίως νέοι.

Το κατηγορητήριο ήταν μακροσκελές, καμιά ογδονταριά σελίδες.

Αφού λοιπόν διαβάστηκε το κατηγορητήριο, ο Λουντέμης ερωτώμενος από τον πρόεδρο περί της ενοχής του απάντησε:

«Ναι, είμαι ένοχος. Όχι όμως γι’ αυτά που έγραψα, αλλά γι’ αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα. Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν. Γι’ αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι’ αυτούς».

Στη συνέχεια κατέθεσαν πολλοί μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης.

(Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Λάμπρου Ζιώγα, φίλο του Μενέλαου Λουντέμη , «Η Δίκη του Μενέλαου Λουντέμη»)

Ο Θεοτοκάτος (συνήγορος του Λουντέμη) παίρνει από το τραπέζι ένα πανόδετο βιβλίο με γαλάζια ξεθωριασμένα εξώφυλλα, το ανοίγει και αρχίζει να απαγγέλλει, καθαρά και βροντόφωνα για να μπορούν να τον παρακολουθούν όλοι:

 Εγώ είμαι ο γκρεμιστής

Γιατί εγώ είμαι κι ο χτίστης

Ο διαλεχτός της άρνησης

Κι ο ακριβογιός της πίστης.

Και θέλει και το γκρέμισμα

Νου και καρδιά και χέρι.

Στου μίσους τα μεσάνυχτα

Τρέμει ενός πόθου αστέρι.

Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός,

Του χαλασμού πατέρας,

Πάντα κοιτάζω προς το φως

Το απόμαυρο της μέρας.

Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος,

Εγώ κι ο ανοιχτομάτης

Του μακρεμένου αγναντευτής

Κι ο κλέφτης κι ο απελάτης

Και με το καριοφύλλι μου

Και με το απελατίκι

Την πολιτεία την κάνω ερμιά,

Γη χέρσα το χωράφι.

 

Εδώ ο Θεοτοκάτος σταματά, στρέφεται προς το μάρτυρα και λέει:

– Περιμένω ν’ ακούσω τη γνώμης σας γι’ αυτό το κείμενο κύριε μάρτυς.

Ο Καραχάλιος (μάρτυρας- αστυνόμος γενικής ασφάλειας) όμως σωπαίνει. Ύστερα από λίγο λέει:

– Δεν μπορώ να εκφράσω γνώμη μόνο από ένα απόσπασμα.

– Τότε παρακαλώ τον πρόεδρο να μου επιτρέψει να συνεχίσω, λέει ο Θεοτοκάτος και συνεχίζει το διάβασμα:

 Κάλλιο φυτρώστε αγραγκαθιές

Και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,

Κάλλιο φουσκώστε ποταμοί,

Και κάλλιο ανοίχτε, τάφοι,

Και, δυναμίτη, βρόντηξε

Και σιγοστάλαξε αίμα

Παρά σε πύργους άρχοντας

Και σε ναούς το ψέμα.

Των πρωτογέννητων καιρών

Η πλάση με τ’ αγρίμια

Ξανάρχεται. Καλώς να’ ρθη.

Γκρεμίζω την ασχήμια…

 

Εδώ σταματάει πάλι ο συνήγορος και ξαναρωτάει το μάρτυρα:

– Μήπως τώρα κύριε μάρτυς, σχηματίσατε γνώμη;

Αντί για απάντηση ο μάρτυρας ρωτά:

– Τίνος είναι αυτό το βιβλίο;

– Γιατί κύριε μάρτυς σας ενδιαφέρει;

– Ναι, με ενδιαφέρει.

– Γιατί σας ενδιαφέρει; Εσείς είπατε προηγουμένως ότι για να σχηματίσετε άποψη για κάποιο έργο δεν σας ενδιαφέρει ο συγγραφέας αλλά το περιεχόμενο και μόνο αυτό.

– Μα ξέρετε κύριε συνήγορε… Όταν γνωρίζουμε το συγγραφέα μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι λέει. Λοιπόν πέστε μου σας παρακαλώ τίνος είναι για να μπορέσω να κρίνω και να εκφέρω γνώμη.

– Δεν θα σας τον πω, γιατί αυτό αντιβαίνει στη συμφωνία που κάναμε πριν λίγο. Κι ύστερα εσείς μόνος σας είπατε ότι κρίνετε αντικειμενικά ένα λογοτεχνικό έργο. Το κρίνετε απ’ το περιεχόμενο κι όχι από το συγγραφέα του.

Εδώ επεμβαίνει ο εισαγγελέας :

– Τέλος πάντων, κύριε συνήγορε, θα μας τον πείτε καμιά φορά αυτόν το συγγραφέα του κειμένου;

Ο Πρόεδρος Φαρμάκης, που έχει χάσει φαίνεται την υπομονή του, γυρίζει προς τον εισαγγελέα και λέει:

– Αφήστε κύριε εισαγγελέα. Κάποιος του ίδιου φυράματος με το Λουντέμη θα είναι κι αυτός.

Ο Θεοτοκάτος ήρεμος άνοιξε το βιβλίο για να συνεχίσει το διάβασμα. Βλέποντας τον ο πρόεδρος τινάχτηκε πάνω σαν να τον σούβλισαν με πυρωμένα σουβλιά και λέει ουρλιάζοντας:

 – Κύριε συνήγορε δεν σας επιτρέπω να συνεχίσετε. Δεν σας επιτρέπω να διαβάζετε ενώπιόν μας τέτοια κείμενα. Αυτό που διαβάσατε δεν είναι ποίημα, είναι λίβελλος εναντίον του έθνους, είναι ένα κείμενο αντεθνικόν, που πρέπει να κατασχεθεί και να καταστραφεί αμέσως, ενώ εκείνος που το ’γραψε, αν δεν έχει καταδικαστεί μέχρι τώρα, πρέπει να καθήσει στο εδώλιο μαζί με τον πελάτη σου, να καταδικαστεί για εσχάτη προδοσία και να κρεμαστεί… Αυτός δεν είναι Έλλην, είναι προδότης, εχθρός της πατρίδας… είπε ο πρόεδρος και κάθησε. Έτρεμε ολόκληρος από το θυμό του.

 – Κύριε πρόεδρε, λέει ο Θεοτοκάτος, ομολογώ πως τέτοιο λαβράκι δεν το περίμενα στα δίχτυα μου. Εγώ αλλού ψάρευα, συμπληρώνει, δείχνοντας τον μάρτυρα κατηγορίας. Το ποίημα που απήγγειλα πριν λίγο ενώπιόν σας και που εσείς το χαρακτηρίσατε λίβελλον εναντίον του έθνους, αντεθνικόν κλπ κλπ είναι απόσπασμα απ’ το γνωστό ποίημα «Ο εκδικητής» που κυκλοφορεί σήμερα στην Ελλάδα ελεύθερα και διαβάζεται από όλους τους Έλληνες. Εκείνος που τόγραψε και που κατά τη γνώμη σας πρέπει να δικαστεί για προδοσία δεν είναι άλλος από τον εθνικό μας ποιητή Κωστή Παλαμά, που όλο το έθνος τον διαβάζει, τον αγαπά και τον τιμά. Ναι, ο Κωστής Παλαμάς κύριε πρόεδρε. Και για να πεισθείτε καταθέτω το βιβλίο με τα γκρίζα εξώφυλλα λέγοντας:

 – Όσο προδότης είναι, κύριε πρόεδρε, ο εθνικός μας ποιητής, άλλο τόσο είναι προδότης κι ο Λουντέμης, που έγραψε το βιβλίο «Βουρκωμένες μέρες» και για το οποίο τόσο λυσσαλέα διώκεται.

 Το ακροατήριο ξεσπά σε χειροκροτήματα. Ο πρόεδρος αιφνιδιάζεται, τα χάνει. Δεν ξέρει τι να κάνει. Και για να βγει από τη δύσκολη θέση χτυπά το κουδούνι αμήχανα και διακόπτει τη συνεδρίαση λέγοντας:

 – Άνθρωποι είμαστε κι εμείς, δεν μπορεί να τα ξέρουμε όλα.


Τέλος ο Λουντέμης καλείται να απολογηθεί και κάνει μια αναδρομή στη ζωή του και περιγράφει μαζί με το δράμα το δικό του το δράμα ενός ολόκληρου λαού. Όταν φτάνει να περιγράψει το δράμα του παιδιού του όταν ο ίδιος βρισκόταν στη Μακρόνησο ο πρόεδρος παρατηρεί: «Απορώ … πώς δεν υπογράψατε μια δήλωση για να σώσετε από τη δοκιμασία εσάς και το παιδί σας…». Και ο Λουντέμης απαντά: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ!». Το αποτέλεσμα αυτής της δίκης, ωστόσο, ήταν η απαγόρευση της κυκλοφορίας των βιβλίων του Λουντέμη.

Ο Λουντέμης θα επιστρέψει στον τόπο της εξορίας του, τον Αη- Στράτη, και θα παραμείνει εκτοπισμένος για δυο ακόμα χρόνια χωρίς να του έχει απαγγελθεί καμία κατηγορία

  

Πηγές

 https://www.sarantakos.com/liter/lountemis10.htm

 https://www.haniotika-nea.gr/96289-logotexniko-afierwma-ston-menelao-lountemi/

 http://billpalamidas.blogspot.com/2015/05/blog-post_87.html

 https://www.e-prologos.gr/%CE%B7-%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%85-%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BC%CE%B7-%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B5-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B1/

 

 

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

 

Την Ιστορία δεν στην κλέβει κανείς. Την Ιστορία την «χάνεις» αν δεν την γνωρίζεις και δεν την μελετάς. Τότε, δεν είναι η Ιστορία που χάνεις αλλά ο εαυτός σου



Συχνά παρατηρώ μια σχεδόν μανία στους συμπατριώτες μου Έλληνες Αρβανίτες, να θέλουν να διαχωρίσουν την εθνοτική τους καταγωγή από τους Αλβανούς. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις, φτάνουν μέχρι σημείου να αποδεχτούν περίεργες θεωρίες περί καταγωγής των νυν Αλβανών από τον . . . Καύκασο. Οι θεωρίες αυτές δεν επαληθεύονται κι ούτε τεκμηριώνονται με επάρκεια. Είναι μάλλον ιδεοληπτικοί ισχυρισμοί παρά Ιστορία.

Οι πρόγονοί μας Αρβανίτες που κατέβηκαν στην περιοχή μας εκεί γύρω στον 12ο και 13ο αιώνα, προέρχονταν από την περιοχή της σημερινής Αλβανίας. Η γλώσσα που μιλούσαν ήταν τα Αρβανίτικα που έχουν πάρα πολλές ομοιότητες με τα σημερινά Αλβανικά. Οι γλωσσολόγοι λένε πως τα Αρβανίτικα είναι τα μεσαιωνικά Αλβανικά. Νομίζω ότι το έχω αναφέρει πάλι, ένας Κοσοβάρος γλωσσολόγος μού είχε πει πως στα Αρβανίτικα υπάρχει μια μουσικότητα που δεν υπάρχει πλέον στα Αλβανικά.

Εάν λοιπόν κάποιος, πήγαινε τότε στο χωριό μου και ρωτούσε τους προγόνους μου «τι είστε εσείς μωρέ παιδιά» θα απαντούσαν «γιαμ ι μπίρι Μήτρογκούρατ» (είμαι ο γιός του Μητροπέτρα) ή «γέμι γκα Ρημοκάστρα» (είμαστε από το Ερημόκαστρο). Δεν θα απαντούσαν ούτε «Αρβανίτες» ούτε «Έλληνες». Έως και πρόσφατα, πρώτη πατρίδα για τους Αρβανίτες ήταν η οικογένεια τους ή η διευρυμένη οικογένεια, το σόι τους ή η φάρα τους δηλαδή και μετά το χωριό τους.

Το ενδιαφέρον είναι πως όταν εγκαταστάθηκαν στα σημερινά μέρη (έχω γράψει για τον τρόπο της εγκατάστασης πριν καιρό), δεν διατήρησαν καμία, εντελώς, μνήμη από τον τόπο προέλευσης. Ωσάν να προήλθαν εκ της γης, ως οι "σπαρτοί" του Κάδμ
ου.

Η διαμόρφωση των λεγόμενων «εθνικών συνειδήσεων», η κατανόηση ενός ατόμου ως μέλους εθνικής ομάδας ή ως πολίτη μιας χώρας, είναι αποτέλεσμα πολύχρονη διαδικασίας σχετικά πρόσφατης με βάση τον ιστορικό χρόνο: μόλις με την Αμερικάνικη επανάσταση (1776) αρχίζουμε να μιλάμε για «έθνη». Διότι οι επαναστάσεις αυτές (Αμερικάνικη, Γαλλική, κλπ.) «γέννησαν» τα έθνη που σήμερα γνωρίζουμε.

Στα προεπαναστατικά χρόνια, οι άνθρωποι που ζούσαν στα χώματα της σημερινής Ελλάδας, ήσαν Ρωμιοί και Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Είχαν αίσθηση μιας εθνικής ταυτότητας, αλλά δεν την θεωρούσαν και τόσο βασική για την ζωή τους. Ήσαν ραγιάδες (δηλαδή υπόδουλοι στους Οθωμανούς) και μερικές φορές είχαν εξεγερθεί. Κι οι άλλοι Βαλκάνιο λαοί είχαν εξεγερθεί. Οι εξεγέρσεις αυτές όμως, είχαν στόχους περιορισμένους και έπειτα από λίγο καταπνίγονταν ή βρισκόταν μια λύση κατά κάποιον τρόπο.

Οι Έλληνες πρώτοι στα Βαλκάνια κι ίσως και στην Ευρώπη, έκαναν επανάσταση με στόχο το ελεύθερο εθνικό κράτος. Και μέσα από αντιφάσεις, εμφυλίους πολέμους, προδοσίες, εγκλήματα και μεγαλουργίες, το πέτυχαν! Εκείνοι οι αμόρφωτοι, χοντροκομμένοι και κουτοπόνηροι χωριάτες Αρβανίτες, που βρωμούσαν σκορδοστούπι και ξινισμένο κρασί το πέτυχαν αυτό και για αυτούς πρέπει να είμαστε πολλαπλώς ευγνώμονες και υπερήφανοι.

Αν για κάτι πρέπει να τιμούμε τους αγωνιστές του 1821, είναι ότι στον αγώνα τους για ελεύθερη πατρίδα, ενοποίησαν το Γένος: δεν είμασταν πλέον ο καθένας από το χωριό του, αλλά γίναμε όλοι Έλληνες! Κι ο Μαυρομιχάλης έφευγε από την Μάνη, άφηνε το σπίτι του δηλαδή, για πρώτη φορά στην ιστορία των προγόνων του και πήγαινε να πολεμήσει και να πεθάνει στην Εύβοια ή στην Θεσπρωτία, για το Σούλι!

Λοιπόν, η αγωνία μας μπας και θεωρηθούμε «αδέλφια» με τους νυν Αλβανούς, οφείλεται κατά την γνώμη μου, στην πολιτισμική εξέλιξη ημών και των Αλβανών. Εάν οι Αλβανοί είχαν εξελιχθεί ως κοινωνία διαφορετικά, δεν είχαν υποστεί τον πολιτικό και πολιτισμικό οδοστρωτήρα του Εμβερικού κομμουνισμού κι ήταν πιο «πολιτισμένοι», όπως οι Σλοβένοι ας πούμε, δεν νομίζω να είχαμε μεγάλο πρόβλημα. Η «συγγένεια» μαζί τους εάν δεν μας ήταν αδιάφορη θα μας ήταν μάλλον αποδεκτή. Όμως η εικόνα των Αλβανών που δημιουργήθηκε σε εμάς όταν άρχισαν να μας έρχονται στην Ελλάδα, είναι εκείνη του παρακατιανού, του αποτυχημένου, του άπλυτου άθλιου, του παιδιού για τα θελήματα και του εν δυνάμει εγκληματία. Εκάς λοιπόν οι βδελυροί!

Ένεκα της διαφορετικής ιστορικής εξέλιξης, σήμερα οι Έλληνες Αρβανίτες και οι Αλβανοί, είμαστε δύο διαφορετικοί λαοί. Δυστυχώς, οι Έλληνες Αρβανίτες φθίνουμε και περιοριζόμαστε σε Ομάδες όπως η παρούσα και σε πολιτιστικούς συλλόγους που τραγουδάνε και χορεύουν περίπου πέντε (5) αρβανίτικα τραγούδια, σε μερικά δε χρόνια δεν θα υπάρχουν καν Αρβανίτες εν Ελλάδι να τους απασχολεί και να συζητούν το θέμα αυτό.

Όταν ο Κολοκοτρώνης είχε καταφύγει κυνηγημένος στην Ζάκυνθο και σκεφτόταν την εξέλιξη της Ελλάδας, συζητούσε το θέμα με τον αδελφικό του φίλο και αδερφοποιητό, βλάμη που λέμε, τον Αλή Φαρμάκης, μουσουλμάνο Αρβανίτη από τον Λάλα της Ηλείας. Τότε λοιπόν, ο Γέρος του Μωριά, σχεδίαζε μια κοινή ελεύθερη πατρίδα για τους Έλληνες, Χριστιανούς και Μουσουλμάνους Αρβανίτες, με σημαία που θα είχε σύμβολο τον σταυρό και την ημισέληνο.

Στην πρώτη Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο μάλιστα συμμετείχε κι εκπρόσωπός των μουσουλμάνων Αρβανιτών αλλά στην πορεία των πραγμάτων, η θρησκεία κυριάρχησε στους Έλληνες ως βασικός ενοποιητικός παράγων κι έτσι έφυγαν οι τότε μουσουλμάνοι Αρβανίτες. Οι Έλληνες τους βάφτισαν πολύ κακώς «Τουρκαλβανούς» και η ζωή εξελίχθηκε όπως ξέρουμε.

Οι θεωρίες περί διαχωρισμού μας . . . αιματολογικώς και ένεκα ΝτιΕνΕι, προφανώς και είναι εντελώς αστείες κι απαράδεκτες. Η μέγιστη αντίφαση όλων αυτών των θεωριών αποκαλύπτεται με τους Βόρειοηπειρώτες. Οι αδελφοί μας αυτοί, έμειναν εκεί, στην Αλβανία και είναι σήμερα δίγλωσσοι: μιλάνε Ελληνικά κι Αλβανικά κι όχι Αρβανίτικα! Διότι η γλώσσα εξελίσσεται μαζί με την κοινωνία: στα χρόνια του ΑλήΠασά, όλοι μιλούσαν τα Αρβανίτικα (που οι ξένοι περιηγητές αλλά και οι Ρωμιοί λογιώτατοι τα έλεγαν Αλβανικά κι όλους τους Αρβανίτες, Αλβανούς). Πέρασαν τα χρόνια, δημιουργήθηκε το Αλβανικό κράτος, οργανώθηκε η εκπαίδευση και σήμερα όσοι έμειναν εκεί μιλάνε Αλβανικά, έτσι όπως εξελίχθηκαν τα Αρβανίτικα δηλαδή κι εμείς Αρβανίτικα -όσοι έχουμε μείνει να τα μιλάμε δηλαδή.

Οπότε, οι σημερινοί Αλβανοί είναι ... Αρβανίτικης καταγωγής, θα μπορούσαμε να πούμε!

Εμείς οι Έλληνες, μέσα από την βασική εκπαίδευση και τις προφορικές παραδόσεις στα χωριά μας, έχουμε φτιάξει μιάν Ιστορία που συχνά δεν έχει μεγάλη σχέση με την αλήθεια κι έχουμε κρεμάσει από αυτήν την εθνική μας ταυτότητα. Δεν μας απασχολεί καθόλου η δημιουργία Ιστορίας, η δημιουργία δηλαδή θετικών καταστάσεων για όλους μας και το άνοιγμα σε ένα παράθυρο προς το μέλλον. Δεν προσπαθούμε να δημιουργήσουμε δικές μας αυθεντικές αξίες αλλά αφηνόμαστε τεμπέλικα στην θαλπωρή του μεγαλείου των αρχαίων μας προγόνων. Κι όταν άλλοι οικειοποιούνται στοιχεία της δικής μας παράδοσης, αντί να χαρούμε και να «ξυπνήσουμε», αντιδρούμε σπασμωδικά, φοβικά και γυρνάμε από την άλλη πλευρά του κρεβατιού συνεχίζοντας τον ύπνο μας. Προφανώς όχι όλοι, ευτυχώς.

Κι όταν μερικοί Αλβανοί (διότι την πλειοψηφία των Αλβανών την απασχολεί το πως θα ζήσει κι επιβιώσει σε μια καθημερινότητα σκληρή και δύσκολη) για λόγους εσωτερικού πολιτικού εντυπωσιασμού ισχυρίζονται βλακείες «οι Αλβανοί στα Βαλκάνια είναι 20.000.000» ή «δεν υπήρξε αρχαία Ελλάδα – όλα ήταν Ιλλυρικός πολιτισμός και Αλβανία», αρχίζει μια τρομερή «κινητοποίηση» να τούς βουλώσουμε το στόμα. Λες κι έτσι υπερασπιζόμαστε τα ιερά κι όσια της φυλής μας. Επαληθεύουμε /έτσι τον σοφό που έλεγε πως η βλακεία έχει μια μοναδική ιδιότητα: κάνει βλάκες όσους την συναντούν και μιλάνε μαζί της! Ασχολούμαστε με τους ανόητους ολίγους Αλβανούς και δεν μας ενδιαφέρουν οι Αρβανίτες της Σικελίας που ακόμα τραγουδούν λυπημένα τον όμορφο Μωριά από όπου αποχώρησαν εκεί γύρω στα 1460.

Για τους λογής εθνικιστές που εμφανίζονται στις γειτονικές χώρες, υπάρχουν οι ακριβώς ίδιοι και στην Ελλάδα: ο εθνικισμός, ο φασισμός, ο κομμουνισμος παλιότερα, λειτουργεί με δίδυμους σχηματισμούς. Δηλαδή, ο,τι υπάρχει στην χώρα μας και μάλιστα με τον τρόπο που εκφράζεται εδώ ("δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ Αλβανέ", κλπ.), υπάρχει κι από την άλλη μεριά των συνόρων. Όταν εμείς μιλάμε για τον «βρωμιάρη γύφτο Σκοπιανό», από την άλλη μεριά υπάρχει κάποιος που λέει «είμαστε απόγονοι του Μακεδόνα Μεγάλου Αλεξάνδρου» και μισθώνει αεροπλάνα για να φέρει στα Σκόπια κάποιον αρχηγό της φυλής Καλάς στα όρια της αρχαίας Βακτριανής και να τον βαφτίσει αδελφό του. Κι ούτω καθεξής. Τώρα, για το ποιος άρχισε πρώτος, ισχύει αυτό που προείπα για την βλακεία.

Αλλά όλα αυτά τα αστεία και τραγικά δεν δημιουργούν Ιστορία. Θόρυβο δημιουργούν που κρατάει πολύ λίγο. Στην πατρίδα μας έχουν φτιαχτεί περιουσίες με τέτοιους θορύβους!

Η απλή αλήθεια είναι πως σε μια γεωγραφική περιοχή, η ισχυρή χώρα δημιουργεί το ήθος των σχέσεων με τους γείτονες. 

Στα Βαλκάνια, η Ελλάδα είναι η πιο ισχυρή χώρα, μακράν.

 

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2019

ΛΑΡΚΟ δυστυχώς ακόμα μια φορά


Κάτι τέτοιες ανακοινώσεις με εξοργίζουν. Με στενοχωρεί δε που και εσείς οι άλλοι δεν αντιδράτε.

Όποιος έχει περάσει έξω από μια μεγάλη βιομηχανία, όπως η ΛΑΡΚΟ, ξέρει το τι κόπος χρειάζεται για να συντηρείται ο μηχανολογικός εξοπλισμός και οι εγκαταστάσεις. Και στην ΛΑΡΚΟ όλα είναι παρατημένα.

Στην ΛΑΡΚΟ εδώ και καιρό κανείς δεν ασχολείται με την ΛΑΡΚΟ ως βιομηχανία. Μαθητευόμενοι μάγοι διευθυντές κοοματόσκυλα και κομματοεπιρροές, άσχετοι κι ανεύθυνοι ακόμα δυστυχώς και της καθ' ημάς Αριστεράς κουνάνε μοχλούς που σπρώχνουν ανθρώπους στην κρεατομηχανή. Αυτό κι αν είναι σκάνδαλο: διότι είσαι μέτοχος στο έγκλημα όταν το βλέπεις να συμβαίνει και δεν κάνεις κάτι. Και πολλοί από αυτούς το ήξεραν και το είχαν καταγγείλει πριν μπουν στις θέσεις διοίκησης.

Ειδικά στα χρόνια της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και των παρελκομένων της, δεν έγινε απολύτως τίποτα. Στις σκουριές της ΛΑΡΚΟ θαύτηκαν τα μεγάλα λόγια της ευαισθησίες για την ζωής της εργατικής τάξης και το όνειορο της βιομηχανικής αναγέννησης -θου Κύριε.

Και ιδού ο Πρόεδρος του (μεγαλύτερου) Σωματείου (μέλος/στέλεχος της ΝΔ παρακαλώ)  να δηλώνει ότι θα σταματήσουν να δουλεύουν! Χα! και γιατί δεν το έχουν κάνει παρακαλώ; Η ΛΑΡΚΟ μπαίνει με τα μπούνια μέσα και είναι μια μηχανή παραγωγής νεκρών. Οπότε όφελος θα ήταν η διακοπή των εργασιών της μέχρι να γίνει ένας αξιοπρεπής εκσυγχρονισμός.

Αλλά, καθώς οι καλοί μισθοί πέφτουν, κάθε μέτρο για την σωτηρία των εργαζομένων μετατίθεται στο μέλλον. Κι έτσι έχουν οι πολιτικές και συνδικαλιστικές εξουσίες χώρο να . . . παίζουν.

Το θέμα της ΛΑΡΚΟ δεν είναι απλό αλλά δεν είναι και θέμα μόνο πολιτικής βούλησης, που λένε συχνά οι Αριστεροί Είναι πιο σύνθετο και απαιτεί διακομματική και "διακοινωνική" συνεννόηση. Κι αυτό κάνει την αναζήτηση λύσης σχεδόν αδύνατη. 

Μικρές νίκες του Ελληνικού πολιτισμού

Ο Ελληνικός πολιτισμός, ο δικός μας δηλαδή, είναι αναγνωρίσιμος σε όλον τον πλανήτη. Κι όταν λέω "Ελληνικός Πολιτισμός" είναι όλα τα πνευματικά δημιουργήματα από την Ελληνική αρχαιότητα, την Βυζαντινή περίοδο έως και σήμερα.
Ναι και σήμερα, παρόλη την γκρίνια μας, οι Έλληνες δημιουργούμε και παράγουμε αξίες!
Αυτός ο πολιτισμός είναι μέρος και κτήμα της ανθρωπότητας κι αυτό ακριβώς είναι το όφελος για εμάς, τους σύγχρονους Έλληνες. Αυτό βέβαια με την σειρά απαιτεί σε εμάς να μελετούμε και να γνωρίζουμε αυτόν τον πολιτισμό. Ε, στο σημείο αυτό πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειες😉
Η σύγχρονη Ελληνική κοινωνίας μας λοιπόν, με όσα αρνητικά της καταλογίζουμε, έχει να επιδείξει κατακτήσεις κι επιτεύγματα και προσπαθεί να κρατήσει το βήμα σε αυτή την μακροχρόνια πολιτισμική ανέλιξη. Ένδειξη της δύναμης που έχει η σύγχρονη Ελληνική κοινωνία είναι η ικανότητα της να ελκύει και να κάνει Έλληνες πολίτες από όλα τα μέρη του κόσμου.

Δείτε κι ακούστε τον λόγο (τέλεια Ελληνικά) της αριστούχου μαθήτριας με καταγωγή από την Νιγηρία που ήταν σημαιοφόρος στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου.

Δείτε όμως στην φωτό δίπλα της την συγκίνηση που προκαλεί αυτή η εμφάνιση σε μια άλλη μαύρη γυναίκα (ίσως η μάνα της;). Κι αυτή είναι η νίκη μας!

Πρόσφυγες ή η απέχθεια για τον ξένο

Όσο γερνάω όλες και πιο πολλές βεβαιότητες μου ανατρέπονται και πρέπει να ξανασκεφτώ τα πράγματα που θεωρούσα δεδομένα από την αρχή. Κι αυτό, αλήθεια σας λέω, δεν είναι καθόλου εύκολο. Οι βεβαιότητες προσφέρουν ηρεμία.
Ξανασκέφτομαι σημαίνει ανατρέχω στο παρελθόν μου για να δέσω κόμπο στο κομμένο νήμα.
Ήταν μια εποχή, όταν ήμουν παιδί, που στο Ερημόκαστρο τα παιδιά έπαιζαν μικρούς εμφύλιους πολέμους. Οι «αγοραίοι» ενάντια στους «δημοφιλαίους» και οι «σχολαίοι» ενάντια στους «ντιβαναίους». Πραγματικά σκληρές συγκρούσεις με σπασμένα κεφάλια και επικίνδυνους τραυματισμούς.
Ο άλλος από την άλλη γειτονιά ήταν εχθρός.
Κατά καιρούς εχθροί γίνονταν οι Κασκαβελαίοι απέναντι, οι βρομιάρηδες κι οι ψωριάρηδες. Κι εκείνοι πάλι, σιχαίνονταν να μας λένε με το όνομά μας «Ερημοκαστραίοι» και έλεγαν «οι απέναντι» -«άτα γκα τέντρα».
Όταν έρχονταν οι Αθηναίοι, στις γιορτές δηλαδή, ήταν αυτοί οι «άλλοι», οι «εχθροί» και τους κοροϊδεύαμε και σχολιάζαμε την μπουταλοσύνη τους στα αρβανίτικα και γελούσαμε πίσω από την πλάτη τους.
Μερικές φορές εχθροί απαίσιοι γίνονταν οι Γιαχωβάδες, οι Ευαγγελικοί αλλά αυτό το θεωρούσαμε εν μέρει φυσικό για τους ανθρώπους της Εκκλησίας: έτσι κι αλλιώς πάντα είναι φανατικοί όταν δουν κάτι να απειλεί τα ιερά και όσια της Ορθοδοξίας.
Πιο πέρα από το χωριό δεν πηγαίναμε και δεν ξέραμε. Έτσι δεν ξέραμε κάτι για «ρατσισμό» και «φυλετικές διακρίσεις».
Α, υπήρχαν οι γύφτοι, που τώρα τους λέμε «Ρομά», αλλά αυτοί από μόνοι τους ήταν διακριτοί (έχεις δει ρε γύφτισσα να πηδιέται με δικό μας; ) και στο περιθώριο χωρίς παρεξήγηση.
Στην συνέχεια βιώναμε κατά καιρούς τον διαχωρισμό ένεκα πολιτικών πεποιθήσεων: ΚΚέδες και Δεξιοί, Πασόκοι και Νεοδημοκράτες σε ξεχωριστά καφενεία, Ολυμπιακοί και Παναθηναϊκοί -αυτό κρατάει ακόμα, και τόσων άλλων.
Και βεβαίως μια τέτοια αντίθεση σημειώθηκε όταν άρχισαν να έρχονται οι Αλβανοί. Δεν έμεινε αρνητικός χαρακτηρισμός που να μην χρησιμοποιήθηκε εναντίον τους: βρωμιάρηδες, εγκληματίες, κακοποιά στοιχεία, κλέφτες. Για ό,τι παρανομία υπήρχε και ο Αλβανός της. Και βέβαια για την κακή κατάσταση των σχολείων έφταιγαν τα Αλβανάκια που, αλλοίμονο, συγχρωτίζονταν με τα δικά μας Ελληνόπουλα και ίσως μετέδιδαν ποικίλες αρρώστιες.
Στο μεταξύ οι Αλβανοί μετανάστες προσφέρουν σημαντικές υπηρεσίες σε όλους μας στα χωράφια και στις οικοδομές, τα παιδιά τους κρατάνε τα σχολεία μας ανοικτά και είναι καλοί μαθητές. Εκείνοι δε, σκληρά εργαζόμενοι αγοράζουν τα χωράφια και τα σπίτια μας και γίνονται σαν κι εμάς: μέχρι και χρυσαυγήτες είχαν γίνει!
Και βέβαια είναι γνωστό το πως υποδέχθηκαν οι πρόγονοί μας τους αδελφούς μας Μικρασιάτες πρόσφυγες μετά το 1922, αλλά ας μην διαταράξω την εθνική μας ομοφροσύνη. Αυτοί μας έφεραν τον πολιτισμό τους και τον χαιρόμαστε τώρα με τα ρεμπέτικα, τα τσιφτετέλια όπως αυτό που σας δίνω εδώ.
Όταν χειροτερεύουν τα πράγματα οικονομικώς, τότε η γκρίνια γίνεται θεωρία συνωμοσίας και μίσος για κάποιον άλλον που ούτε τον ξέρω καν. Ο «εχθρός», η «απειλή της ενδεχόμενης καταστροφής», μας ενώνει κι έτσι είμαστε καλύτερα ψυχολογικώς όταν μοιραζόμαστε ένα κοινό αίσθημα ανησυχίας κι ανασφάλειας. Ο καθένας χωριστά και το πλήθος στο καφενείο αισθάνεται πιο ήρεμος όταν βρεθεί μια εύκολη αληθοφανής εξήγηση της κακοδαιμονίας μας. Μας ψεκάζουν, μας τρώνε τα λεφτά στο Χρηματιστήριο, μας στέλνουν τους πρόσφυγες, μας παίρνουν την Μακεδονία, την Θεσπρωτία (Τσαμουριά), την Θράκη, το Αιγαίο κι ων ούκ έσται τέλος, όλες αυτές οι καταστροφές που δεν είναι δυνατόν να τις διαχειριστεί κανείς, λειτουργούν καταθλιπτικά μεν αλλά και ανακουφιστικά δε. Διότι επιτέλους υπάρχει μια εξήγηση για όλα αυτά που μού πάνε στραβά κι αυτό είναι κάτι.
Οπότε, τουλάχιστον για εμένα, είναι κατανοητές όλες αυτές οι «λαϊκές» εκδηλώσεις ρατσισμού και μισανθρωπισμού που εκδηλώνονται τις τελευταίες μέρες σε διάφορες πόλεις, με αφορμή τις μετεγκαταστάσεις των προσφύγων (ούτε μετανάστες είναι ούτε λαθρομετανάστες) από την Συρία.
Η ημιμάθεια σε συνδυασμό με την παραδοσιακή ανικανότητα της Ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης είναι επαρκής λόγος για πολλαπλές εκρήξεις.
Όλη αυτή η συζήτηση έφτασε και στο Δήμο μας και έγινε σχετική συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο. Εκεί ο Δήμαρχος ήταν καθησυχαστικός: στον Δήμος μας για διάφορους λόγους δεν θα μας φέρουν Σύριους πρόσφυγες. Μάλιστα.
Όμως θα είχε ενδιαφέρον μια άλλη προσέγγιση.
Εφόσον η ροή των προσφύγων από την Συρία δεν θα κοπάσει, κι εφόσον έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει μια αντικειμενική δυσκολία στην τακτοποίησή τους, θα έπρεπε ως Δήμος να θέσουμε στους εαυτούς μας το ερώτημα για το πως μπορούμε να βοηθήσουμε την Πατρίδα μας και να εκτιμήσουμε με ρεαλισμό κι αίσθηση ευθύνης και πατριωτισμού υπό ποιες προϋποθέσεις μπορούμε να φιλοξενήσουμε και πόσους πρόσφυγες στα χωριά του Δήμου μας; Διότι αντικειμενικώς δεν μπορούμε να υπερβούμε ένα κάποιο μέτρο το οποίο όμως πρέπει να το ορίσουμε.
Δηλαδή νομίζω ότι αντί να περιμένουμε να «μας φορέσουν καπέλο» την μία ή την άλλη «λύση» που θα είναι μια απόφαση στο πόδι με πολλές μεγάλες σφραγίδες, κι επειδή η Πατρίδα μας πράγματι αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα, είναι πιο καλά (1) να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε την ουσία του προβλήματος και (2) να προτείνουμε εμείς μια κάποια λύση αφού την σκεφτούμε και την σχεδιάσουμε καλύτερα από τους «από πάνω».
Κι οι Θεσπιείς τότε, στα 480 π.Χ. όταν τους έκαψαν το χωριό τους οι εισβολείς Πέρσες, πρόσφυγες έγιναν στην Πελοπόννησο. Τι θα έκανα σήμερα; Θα έστηναν φράγματα και θα έσφαζαν όλους αυτούς τους απελπισμένους που δεν έχουν που την κεφαλή κλείναι;
Πως είπατε; Θα πληγεί έως εξαφανίσεως ο πολιτισμός μας αό τους αλλόθρησκους και αλλοεθνείς; Μα ο πολιτισμός μας άντεξε τόσους αιώνες κι όχι μόνον δεν χάθηκε αλλά, το αντίθετο, αφομοίωσε και αφομοιώνει όλους τους ξένους μας. Εάν δεν μπορεί πια να το κάνει, ας χαθεί για να γεννηθεί κάτι πιο ωραίο και πιο δυνατό.

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019

Η Γιάννα στα Δερβενάκια, η Μαριάννα στις Θερμοπύλες κι οι 700 Θεσπιείς στο . . . Κατσακούτσο (*)



Ζούμε σε έναν τόπο που είναι γεμάτος Ιστορία. Είμαστε βουτηγμένοι στην Ιστορία. Αλλά εμείς μάλλον δεν θα μείνουμε στην Ιστορία. Την Ιστορία πάντως (με το Ι κεφαλαίο) την έχουμε ξεσκίσει. 

Την Ιστορία βέβαια που την ξέρει ο καθένας με τον δικό του τρόπο, κατά τις πεποιθήσεις και τις κοσμοθεωρίες του και την διαβάζει και την χρησιμοποιεί αναλόγως.

Μέσα στην ημιμάθεια πορευόμαστε στον 22ο αιώνα, φωτίζοντας με μίζερα φαναράκια κατά καιρούς κομμάτια από αγάλματα και αγγεία. Έτοιμοι να αντιδράσουμε με φανατισμό σε όποιον θίξει δήθεν την φήμη  των προγόνων μας ενώ αγνοούμε ουσιαστικά την τεράστια προσφορά τους.

Ειδικά εμείς οι Ερημοκαστραίοι, όταν ακούμε Θεσπιές τρέχουμε με βιασύνη και σκουντάμε τον Δημόφιλο και τους 700 πεσόντες στις Θερμοπύλες και την Φρύνη. Τους ζητάμε να σηκωθούν από το τάφο τους και να μπουν επικεφαλής και αρχηγοί μας -όπως στο γνωστό τραγούδι του Μπρέχτ.

Αλλά ό,τι γίνεται στο χωριό μας, γίνεται στην χώρα ολάκερη. Το καλοκαίρι ο Πρωθυπουργός είχε αναθέσει στην Γιάννα να οργανώσει τους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την Επανασταση του 1821

Κι επιπλέον, λίγο καιρό μετά, σε άλλη λαμπρή εκδήλωση με την παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας πριν λίγες ημέρες, ο Πρωθυπουργός  ανάθεσε σε  επιτροπή υπό την κ. Μαριάννα Βαρδνογιάννη τους εορτασμούς για τα 2500 χρόνια από το καλοκαίρι / φθινόπωρο του 490 π.Χ. οπόταν έγιναν η μάχη των Θερμοπυλών και η ναυμαχία της Σαλαμίνας. Στην συνάντηση αυτή δεν καλέστηκε ο Δήμαρχος μας κι αμέσως ένα ηλεκτρικό σοκ μας ξύπνησε από την καφενειακή μας ραστώνη ένα κύμα διαμαρτυριών ξέσπασε προς όλους εκείνους που αγνόησαν την συμβολή των Θεσπιαίων στους αγώνες εναντίον των Περσών.

Θλίψη με κατέχει που η «φιλελεύθερη» Κυβέρνηση της χώρας μας βγάζει και πάλι στα παζάρια του κόσμου τις αρχαίες πραμάτειες μας ελλείψει άλλων επιτευγμάτων. Η Κυβέρνηση της χώρας αντί να αξιοποιήσει έστω αυτές τις εκατονταετίες και χιλιετίες από ένδοξες στιγμές της Ελληνικής Ιστορίας ως αφορμή για να ενθαρρύνει την φιλομάθεια των πολιτών, τις προσθέτει στο πρόγραμμα δημοσίων σχέσεων των εκλεκτών κυριών, ευπόρων βεβαίως βεβαίως.

Στενοχωρήθηκα όμως και με όσα άκουσα και είδα στην  συζήτηση που έγινε στο Δημοτικό Συμβούλιο  πριν λίγες ημέρες με θέμα (ανάμεσα σε άλλα) την μεθόδευση της αντίδρασης του Δήμου μας σε όλα αυτά.  

 Ψύχραιμος βέβαια ο Δήμαρχος είπε ότι το ότι δεν τον κάλεσαν στην εκδήλωση της Βαρδινογιάννη που προανέφερα, δεν ήταν σχεδιασμένο από σκοτεινούς κύκλους αλλά απλή συνέπεια της γενικής άγνοιας ακόμα και επισήμων όπως οι Υπουργοί Παιδείας και Πολιτισμού, για την ιστορική συμβολή των 700 προγόνων μας. Κι έτσι είναι.

Και ξαναθυμήθηκα το όσες φορές σε παρέες με άτομα από άλλα μέρη έχω δώσει μάχες για την αποκατάσταση της Αλήθειας. Κι αφού έχω αναφερθεί στα Ιστορικά γεγονότα του 480 π.Χ. έχω εισπράξει τόσες εκδηλώσεις απορίας και θαυμασμού «τι λές βρε παιδί μου!» και βλέπω τον Δημόφιλο Διαδρόμου εκεί που ήταν έτοιμος να ορμήσει, να ξαναβάζει το ξίφος στην θήκη και να ξαπλώνει ήρεμος στον αιώνιο ύπνο του. Και μετά όλα ξεχνιούνται μέσα σε μια φιλοσοφικοφανή ανταλλαγή θορύβων για τον ιδεολογικό ιμπεριαλισμό όπου οι ισχυροί γράφουν και γράφονται στην Ιστορία κατά προτεραιότητα και οι μικροί και αδύναμοι, όπως οι Θεσπιείς, εμφανίζονται ως υποσημείωση που κανείς δεν προσέχει.

Με την ευκαιρία να πως ότι ακόμα και σε αυτή την συνεδρίαση του Δημοτικού συμβουλίου από το Ερημόκαστρο ήταν καμιά δεκαριά συμπατριώτες μας. Ακόμα και η προσβολή προς τους 700 δεν ήταν ικανή να μας βγάλει από την ράθυμη αναζήτηση του «τι και τις πταίει» που «άμοιροι κι άβουλοι αντάμα περιμένουμε κάνα θάμα» . . .

(*) Κατσακούτσος είναι γνωστή ρεματιά κοντά στο χωριό μας σχετικά απρόσιτη

Διάφορα