Οι ψυχές των ανθρώπων που πεθαίνουν, γίνονται πνεύματα και συνεχίζουν να ζουν στον χώρο όπου συνέβη το μοιραίο και απώλεσαν δηλαδή το σώμα τους. Στην λαϊκή μας παράδοση, τα γεφύρια, τα πηγάδια, τα ρέματα, τα μέρη δηλαδή όπου χάθηκαν άνθρωποι από ατύχημα ή από φόνου, έχουν κρατήσει τις ψυχές των θυμάτων και τις νύχτες, με την βοήθεια του ανέμου, ακούει ο περαστικός ταξιδευτής φωνές, οιμωγές, και κραυγές και βιάζεται να τρέξει μακριά αλαφιασμένος, αν δεν ξέρει το ειδικό για την κάθε περίπτωση ξόρκι.
Στην περιοχή του Πολυτεχνείου, στην Αθήνα, τέτοιες ημέρες του Νοέμβρη, υπερίπτανται τα πνεύματα των θυμάτων της εξέγερσης εκείνης της νύχτας του 1973. Εκείνη την νύχτα, με τον αλήστου μνήμης Ντερτιλή -ακόμα φυλακισμένο αμετανόητο στον Κορυδαλλό- να γυρνά λυσσασμένος έξω από την πύλη με το περίστροφο στο χέρι ουρλιάζοντας, τους μπάτσους να κτυπάνε με τα γκλομπς, τους ελεύθερους σκοπευτές να ρίχνουν στον σωρό από τις γύρω ταράτσες, και τους συμπαραστάτες των καταληψιών να έχουν πάρει αποστάσεις. Εκείνη την νύχτα, που μόνο αλλόφρονες νέοι μεθυσμένοι απο την ατμόσφαιρα που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει πίσω από τα κάγκελα και πωρωμένοι φαντάροι κυκλοφορούσαν και μπουκάριζαν στο προαύλιο και στα αμφιθέατρα που είχαν γίνει νοσοκομεία κι όλοι οι άλλοι, οι ‘σώφρονες νομοταγείς πολίτες’, άκουγαν, από τα ραδιόφωνα στα σπίτια τους, την εκπομπή και τις ανατριχιαστικές φωνές των εκφωνητών.
Χωρίς να το έχουν καταλάβει, εκείνη την νύχτα παρακολουθούσαν το πρώτο ριάλιτι, που κάθε χρόνο τώρα το ξαναπαίζουν στην τηλεόραση, αλλά κανείς δεν τους ζήτησε, ευτυχώς, να ψηφίσουν για την απόσυρση τόσων ‘παικτών’.