Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2023

 Χίτης




 

Ανοίγω την πόρτα κι αυτός κάθεται στην παλιά πολυθρόνα. Με περίμενε. Κάθε φορά με παίρνει στο κινητό του το κλείνω. Παίρνει τις πιο ακατάλληλες ώρες. Όταν είμαι σε κάποια συνεδρίαση. Του το κλείνω κι επιμένει. Του τηλεφωνώ μετά, το απόγευμα. Πάντα η ίδια φωνή. Ούτε γειά, ούτε τι κάνεις, πως πάει. Να έρθεις να δεις την μάνα σου. Όχι αυτόν. Την μάνα μου. Την μάνα μου που είναι κατάκοιτη εδώ και πέντε χρόνια με βαρύ εγκεφαλικό κι ούτε μιλάει ούτε ακούει. Αυτός θέλει να με δει αλλά εγώ δεν θέλω. Τον χίτη, τον φασίστα. Πατέρας μου και δεξιός, εντάξει αλλά ως εκεί. Από τότε που έμαθα πως ήταν χίτης και γυρνούσε κι έδερνε στα χωριά τον διέγραψα.

Ρε καλωστον μού λέει. Σηκώνεται με λίγη δυσκολία, στηρίζεται στο μπαστούνι κι έρχεται προς το μέρος μου. Αυτός κοντεύει στα εκατό κι εγώ πάνω από εβδομήντα αλλά εγώ είμαι πιο δυσκίνητος από αυτόν. Δεν του μιλάω, δεν τον αγγίζω καν και πάω στο μέσα δωμάτιο. Είναι το σώμα της μάνας μου εκεί ξαπλωμένο. Η Άννα, η κυρία από την Αλβανία την έχει πεντακάθαρη. Η μάνα μου είναι με κλειστά μάτια. Το στόμα της λίγο στραβό. Αυτός πίσω μου, ακουμπάει στην κάσα της πόρτας.

Μίλα της, σε ακούει.

Γειά σου μάνα.

Κάτσε δίπλα και πιάσε της το χέρι.

Κάνω ό,τι μου λέει.

Γειά σου μάνα. Πως είσαι, μονολογώ.

Μιλά της, πές της τα νέα σου, ακούει, μου φωνάζει από το σαλόνι.

Και λέω για τον καιρό στην Αθήνα, για τις υποθέσεις που έχω. Βαριέμαι και σταματάω. Καμία ανταπόκριση και το χέρι της χωρίς αντίδραση. Αυτό δεν είναι η μάνα μου, η τρομερή Ευτέρπη, η αρχόντισσα, η νοικοκυρά, η γελαστή, η τραγουδίστρια κι η μοιρολογίστρα.

Σηκώνομαι και πάω δίπλα. Αυτός κάθεται στο τραπέζι, έχει ανοίξει το κουτί με τις φωτογραφίες κι έχει βάλει δύο ποτήρια με κρασί.

Κάτσε να τα πούμε.

Δεν έχουμε να πούμε τίποτα του λέω, θα πάω έξω.

Δεν είναι κανείς έξω τέτοια ώρα. Μόνον ένα καφενείο έχει μείνει ανοικτό. Κάτσε να σού πω.

Δεν θέλω άσε με.

Δεν μιλάς με φασίστες ε; και με κοιτάει με εκείνο το πονηρό του βλέμμα που γελάει.

Όχι δεν μιλάω και ντρέπομαι που είσαι πατέρας μου. Τελικά ψήφισες τους φασίστες; του λέω.

Ρε κάτσε και θα σού πω.

Κάθομαι, παίρνει το ποτήρι και τσουγκρίζει το δικό μου.

Καταπληκτικό κρασί. Μού το έφερε ένα Παλιοπαναγαίος. Πιές.

Πίνω. Ωραίο κρασί και μυρίζει όμορφα.

Δες εδώ μου λέει και μού δείχνει μια φωτογραφία.

Την έχω ξαναδει. Αυτός χορεύει στην πλατεία όταν είχε έρθει ο νομάρχης της χούντας.

Την πετάω στον σωρό με τις άλλες.

Χε χε γελάει. Είδες τι παλληκάρι ήμουν τότε;

Τσαντιζομαι. Κάνω να σηκωθώ.

Κάτσε ρε, δες ετούτην εδώ.

Την παίρνω στα χέρια μου. Μια μικρή θολή φωτογραφία. Ένας με στρατιωτικά κρατά μια νύφη και μάλλον χορεύουν γιατί φαίνεται και μια άλλη γυναίκα πίσω από την πρώτη. . .

Ωραίος άντρας κι ωραία γυναίκα ε; λέει.

Ποιοι είναι;

Ο Οδυσσέας κι η γυναίκα του την μέρα του γάμου τους.

Ποιος Οδυσσέας, ο δικός μας, ο καπετάνιος;

Ναι ρε, ο δικός σας, ο καπετάνιος Οδυσσέας Λάκος!

Κρατάει την φωτογραφία και σαν να μιλάει μόνος του.

Εσύ δεν τον γνώρισες τον Οδυσσέα. Ήταν ένας ήρωας από τα αρχαία χρόνια. Ψηλός λεβέντης, όμορφος χορευταράς. Ένα κυπαρίσσι. Κι έκανε τις δουλειές του σαν αερικό. Δεν κουραζόταν ποτέ. Κι όλο γελούσε κι έκανε καλαμπούρια και ποτέ δεν μάλωνε με κανέναν. Ήταν γείτονας μας και τον θαύμαζα και με αγαπούσε. Όλο το χωριό τον αγαπούσε. Ας πούμε ότι εσύ κάπως του μοιάζεις δηλαδή του έμοιαζες γιατί κι εσένα σε πήρανε τα χρόνια κακομοίρη μου. . . Ήταν μοναχογιός κι οι Λακαίοι ήταν πλούσια οικογένεια. Ο Οδυσσέας είχε τον αέρα του αρχηγού, του βασιλιά.

Στην κατοχή όπως κι όλοι, ο Οδυσσέας οργανώθηκε στο ΕΑΜ και μετά ήταν αρχηγός στον εφεδρικό ΕΛΑΣ κι όταν μπορούσε πήγαινε και στον κανονικό ΕΛΑΣ. Τότε ήταν αληθινοί αριστεροί και κομμουνιστές όχι τώρα εσείς, με τα καλά του Τσάρου. Τότε έπρεπε να το λέει η περδικούλα σου για να ‘σαι αντάρτης και οργανωμένος. Έβαζες το κεφάλι σου στον τορβά και δεν έκανες τουρισμό και μπλά μπλά. Στην φωτογραφία είναι την μέρα του γάμου του. Τι κοστούμι να βάλω έλεγε; Η στολή του τιμημένου ΕΛΑΣ είναι πιο καλή κι έτσι τον βλέπεις εδώ. 1946 άνοιξη. Ήμασταν γείτονες με τον Οδυσσέα κι ήταν περίπου έξι χρόνια μεγαλύτερος. Τον λάτρευα, τον θαύμαζα. Κι αυτός το ίδιο. Με είχε σαν μικρό αδελφό. Όταν έλειπε στον Ελικώνα, εγώ του πήγαινα τα σημειώματα της Οργάνωσης. Πριν γίνω φασίστας, που με λές, ήμουν επονίτης, τι νόμισες ρε;

Καλά, όλοι τότε ήταν κάπου αλλά δεν έγιναν όλοι χίτες. Βαρέθηκα, Φεύγω.

Κάτσε ρε να σου πω και κάτι ακόμα. Κι η γυναίκα του, την βλέπεις; ήταν συμμαθήτρια μου. Μια επι γης θεά. Σαν κι εκείνον ψηλή κι όμορφη, ένα σώμα χυτό και μακριά πυκνά μαλλιά. Δεν μπορούσε να τα συμμαζέψει κάτω από το μπούλωμα. Και νοικοκυρά κι από όλα. Το πιο ταιριαστό ζευγάρι. Την ημέρα του γάμου τους δεν υπήρξε άνθρωπος στο χωριό που να μην το είπε αυτό.

Ανάμεσα στο σπίτι μας και του Οδυσσέα ήταν ένα υπόστεγο σκεπασμένο με τσίγκο. Εκεί βάζανε τα ξύλα του χειμώνα και κάνανε ψιλοδουλιές, σφάζανε τις κότες και τέτοια. Εκεί ήταν το πλυσταριό της γυναίκας του Οδυσσέα.

Κάθε Σάββατο έβαζε καζάνι για να πλύνει. Με φώναζε να της κουβαλήσω τα κλίματα για να ανάψει φωτιά. Πήγαινα και στην Ξερόβρυση να της φέρω νερό. Ξέρεις τι δυνατός ήμουν; Κουβαλούσα γεμάτη την βουτσέλα κι ούτε λαχάνιαζα. Της έφερνα τα ξύλα, τα σώριαζα, κι αυτή άναβε την φωτιά κι έβαζε πάνω την πυροστιά και πάνω το καζάνι. Γέμιζε το καζάνι από την βουτσέλα κι άναβε φωτιά. Εγώ έφευγα και πήγαινα πίσω από το πλυσταριό και την παρατηρούσα. Είχε μια τρύπα στον τσίγκο. Έβραζε τα ρούχα, τα σαπούνιζε, τα έτριβε σε ένα ξύλο και μετά τα ξέβγαζε και τα έστιβε. Τι ωραία που κουνιόταν στον χώρο! Φωτιζόταν το πλυσταριό. Φορούσε ένα απλό τσίτινο φόρεμα κι ίδρωνε και εκείνο κολλούσε πάνω στο κορμί της. Τέλειωνε, άπλωνε τα ρούχα και μετά έβγαζε το τσίτι, το κρεμούσε σε ένα καρφί κι έμενε γυμνή εντελώς. Κι έπαιρνε με ένα κατσαρολάκι νερό από ένα κουβά που είχε χλιαρό νερό και πλενόταν. Έλουζε με πράσινο σαπούνι τα μαλλιά της, μια μαύρη θάλασσα. Όταν είδα πρώτη φορά το σώμα της τυφλώθηκα όπως εκείνος ο μάντης που είδε την θεά. Ένα κάτασπρο άγαλμα, σφικτό, λείο, τέλειο. Την χάζευα από την τρύπα του τσίγκου κι όλο μου το κορμί πονούσε. Κι όταν έγινε έγκυος, έβλεπα την κοιλίτσα της να φουσκώνει και την ήθελα πιο πολύ και μαζί αγαπούσα βαθιά και το μωρό που είχε μέσα της. Ήταν και δικό μου το παιδί του Οδυσσέα της. Και μια μέρα, την ώρα που έφευγα, ένα γρέζι από τον τσίγκο με τράβηξε και ένα κομμάτι πέτσας ξεκόλλησε. Γέμισε το μάτι μου αίμα. Με είδε η μάνα μου και τρόμαξε. Έβαλα μια πετσέτα κι έτρεξα στου γιατρού του Κουρούνη. Όταν είχα φτάσει η πετσέτα ήταν μούσκεμα στο αίμα. Ωρε, πως το έπαθες αυτό με ρωτάει ο γιατρός. Να έδενε ένα δεμάτι σανό και το σύρμα με κτύπησε. Ρε τι σύρμα εδώ είναι σαν στο τράβηξαν με τανάλια. Μπα, γυναίκα θα σού έριξε τα νύχια της, αστειεύτηκε ο γιατρός. Κανονικά πρέπει να στο ράψουν αλλά τώρα που να τρέχουμε στην Θήβα. Θα στο φτιάξω αλλά κράτα το μακριά από σκόνη. Πήγαινα και μού έκανε την αλλαγή ο γιατρός αλλά το σημάδι έμεινε.

Κι αυτήν την θεά ο Οδυσσέας σου την παράτησε και πήγε στο βουνό! Για το Κόμμα! Άφησε τον παράδεισο εδώ κυνηγώντας κάτι άλλο αλλού. Από τότε εσάς τους κομμουνιστές και τους παπάδες σας μίσησα. Δεν εκτιμάτε τον άνθρωπο. Και για τους δύο ο άνθρωπος είναι ένας άθλιος που δήθεν του αξίζει ένας καλύτερος κόσμος. Οι παππάδες δείχνουν τον ουρανό κι εσείς τον κόσμο τούτο. Για μένα άνθρωπος ήταν η γυναίκα του Οδυσσέα, Παναγία και Φρύνη κι όλα.

Σταμάτα ρε που θα μού γίνεις και ειδικός επί της πολιτικής θεωρίας τώρα!

Καλά κάτσε, παρασύρομαι. Έφυγε ο Οδυσσέας κι έμεινα εγώ να προσέχω την γυναίκα και τα χωράφια του. Και τον έφεραν, λίγο πριν γεννήσει η γυναίκα του, νεκρό. Τον είχαν βρει και τον σκότωσαν κάπου προς την Κορώνεια. Άκουσα το μοιρολόγι της γυναίκας του κι ήθελα να πεθάνω κι εγώ αν ήταν να με μοιρολογήσει έτσι. Μια ουράνια μελωδία ήταν.

Ήμουν νέος, στα είκοσι πέντε, αλλά δυνατός. Ξεφόρτωνα τα σακιά σαν πούπουλα και στο σκάψιμο στα αμπέλια ήμουν πρώτος. Ένα μεσημέρι μού κάνει νόημα ο Γατσηνίκος να πάω στο υπόγειο τους. Τότε είχαμε πείνα εμείς. Οι άλλοι στο χωριό κάτι είχανε αλλά εμείς δεν είχαμε τίποτα. Μπαίνω, κλείνει την πόρτα και μου μιλάει σιγά. Μού λέει να μπω στην χί, να γίνω χίτης. «θα φοβίζουμε λίγο τους αριστερούς» μού είπε, «τώρα που θα έρθει ο βασιλιάς για να μην μας κάνουνε ζημιές». Θα πηγαίναμε στα γειτονικά χωριά, όχι στο δικό μας, και για κάθε νύχτα θα μας δίνουν τρείς λίρες. Τρείς λίρες! «εγώ δεν ξέρω να κτυπάω και δεν μού αρέσει» του λέω. «Ρε τι να κτυπάς; Χαζός είσαι; Λίγο ξύλο θα ρίχνει ο Μπάρκος από το Μαυρομμάτι. Εμείς για την πλάκα, για το μπούγιο θα είμαστε εκεί». Ο Μπάρκος ήταν γνωστός τραμπούκος, φόβος και τρόμος. Κούνησα το κεφάλι «εντάξει» του λέω. «Αύριο θα πάμε στην Θήβα να μας μιλήσει ένας αξιωματικός και μετά θα μας πούνε που θα πάμε».

Στην Θήβα πήγαμε στο φρουραρχείο. Ήταν ένας αξιωματικός που μιλούσε αγριεμένος. Συνέχεια για «εαμοβούλγαρους» και «εγκληματίες» και που η πατρίδα κινδυνεύει. «και μη φοβάστε. Ο λαός κατάλαβε τι εγκληματίες ήταν οι κομμουνιστές και τώρα είναι μαζί μας. Κανείς δεν πρόκειται να μας πειράξει. Να τούς σπάσουμε τον τσαμπουκά παιδιά» είπε. Οι άλλοι χειροκρότησαν κι εγώ μαζί. Στο τέλος φώναξε παράμερα τον Γατσηνίκο και κάτι είπανε. Τού έδωσε ένα χαρτί. Μετά φύγαμε.

Μετά από καμιά βδομάδα, μου λέει ο Γατσηνίκος. Απόψε έλα στην ταβέρνα του Αποστόλη για μεζέ και μού έκλεισε το μάτι. Πήγα. Ήταν εκεί, τρώγανε και πίνανε πέντε από ο χωριό μας, ο Μπάρκο κι ένας ακόμα. Ρε καλώς το παιδί, κάτσε μού λέει ο Γατσηνίκος. Λέγανε κάτι ιστορίες για τις γυναίκες των αριστερών που γαμούσαν. Κι όλο πίνανε. Σε μια στιγμή βγαίνω για κατούρημα και μού λέει ο Αποαστόλης «ρε Νίκο τι θέλεις εσύ με αυτούς; Εσύ είσαι καλό παιδί ενώ αυτοί είναι τομάρια, κατακάθια της κοινωνίας». Τον αγνόησα και γύρισα στο τραπέζι.  Πέρασε η ώρα, ήταν περίπου δέκα. Σκοτάδι έξω.

Φεύγουμε από του Αποστόλη και κατεβαίνουμε στην Ξερόβρυση. Ήρθε ένα φορτηγό κι ανεβήκαμε στην καρότσα. Πήραμε από ένα στιλιάρι. Όπλο είχε ο άλλος κι ο Γατσηνίκος ένα περίστροφο. Μπροστά καθόταν ο αξιωματικός που μας είχε μιλήσει στην Θήβα. Φτάσαμε στο Καπαρρέλι. Κατεβήκαμε στην άκρη του χωριού κι αρχίσαμε να περπατάμε προς τα μέσα. Ο αξιωματικός ακολουθούσε πιο πίσω. Πιο κάτω μας συνάντησε ένας μάλλον ντόπιος και μας έδειξε ένα σπίτι, αρχοντόσπιτο, κι έφυγε. Ήταν σκοτάδι, τότε δεν είχαμε ηλεκτρικό. Ο Γατσηνίκος κτύπησε δυνατά την αυλόπορτα. «Ποιος είναι;» ακούστηκε μια γεροντική φωνή από το μπαλκόνι. «Από την χωροφυλακή είμαστε, ανοίξτε, θέλουμε τον Παναγιώτη Δημητρίου για ανάκριση» είπε ο Γατσηνίκος. Μιλούσε σαν αξιωματικός, με θάρρος, χωρίς να κομπιάζει. «Κοιμάται τέτοια ώρα ρε παιδιά. Το πρωί θα έρθει όπου μας πείτε. Είναι κι άρρωστη η γυναίκα μου»  Ο Γατσηνίκος ξανακτύπησε «ανοίξτε γιατί θα σπάσουμε την πόρτα». Ακούστηκαν βήματα κι η αυλόπορτα άνοιξε. Ήταν ο γέρος που δεν ήταν και τόσο γέρος, καμιά πενηνταριά χρονών. Μπουκάραμε μέσα, στην αυλή. Κάποιος είχε σπρώξει τον γέρο και σηκωνόταν αργά. Άνοιξε μια πόρτα στο χαγιάτι και μια γυναίκα με μια λάμπα φάνηκε. «να κι η άρρωστη» είπε ο Γατσηνίκος. «Που τον κρύβετε γαμώ την Παναγία σας» μούγκρισε ο Μπάρκος, που είχε ανεβεί τρέχοντας τις σκάλες και πάει να μπει στο σπίτι. Ακούστηκαν από μέσα φωνές κι ένας νεαρός με γυαλιά φάνηκε στην πόρτα. «Έλα εδώ ρε μαλάκα που μού κοιμάσαι» και τον άρπαξε ο Μπάρκος από το μπράτσο και τον τράνταξε. Τον γνώρισα. Είχε έρθει στο χωριό κι είχε κάνει θεωρία για την νέα Ελλάδα. Ωραία τα έλεγε τώρα να δούμε τι θα κελαηδούσε. «Κι εσύ γέρο κοντά» λέει ο Μπάρκος. Βγήκε ο νεαρός κι ακολούθησε ο γέρος. Από κοντά κι εμείς. Πηγαίναμε εκεί που ήταν το φορτηγό. Καμία πόρτα σπιτιού δεν άνοιξε κανένας γείτονας δεν βγήκε να ρωτήσει. Ποιος τολμούσε;  Νέκρα παντού και μόνον ο Μπάρκος συνέχεια τους προγκούσε και τους έβριζε σιγά. Ήταν ένα μέρος κάπως σαν ρέμα εκεί. Φτάνουμε κάνουμε ένα κύκλο και ο αξιωματικός κατέβηκε από το φορτηγό και άρχισε να τούς ρωτάει. Ξέραμε ότι το Καπαρρέλι ήταν πέρασμα από την Αθήνα προς τον Ελικώνα και μετά πιο πάνω. Που είναι οι αριστεροί; Πότε έρχονται; Τι όπλα έχουν; Τέτοια. «Εμείς δεν ξέρουμε κ. αξιωματικέ» λέει ο γέρος. «κι εσύ ρε ινστρούχορα δεν ξέρεις;» του λέει ο Γατσηνίκος. Μιλιά αυτός. Κι αρχίζει ο Μπάρκος να τους κοπανάει. Από κοντά κι Γατσηνίκος αλλά κι οι άλλοι. Φωνάζανε «λαοκρατία ήθελες ρε κομμούνι πάρε μία» και κατέβαινε το στιλιάρι στο πεσμένο κορμί. Σε κάποια στιγμή ο Γατσηνίκος μού κάνει νόημα να ρίξω κι εγώ. Κι έριξα και ξανάριξα με μανία κι ούτε θα σταματούσα αν δεν με τραβούσε ο Γατσηνίκος «φτάνει ρε, δεν θα τούς φάμε τώρα». Τραβήχτηκα ιδρωμένος. Ήμασταν όλοι μας ξαναμμένοι, σαν μεθυσμένοι. Τούς αφήσαμε εκεί, δύο σκοτεινούς σωρούς, αλλά ζωντανούς. Μετά από χρόνια είδα τον γέρο στην Θήβα αλλά δεν με γνώρισε. Ο γιός του τραβιόταν σε εξορίες.

Στην επιστροφή όλοι έκαναν πλάκα μεταξύ τους κι εγώ έμενα σιωπηλός.

Γύρισα  σπίτι κι όταν έφτασα έκανε εμετό. Ήμουν άρρωστος σαν να ΄χα φάει εγώ το ξύλο.

Το Σάββατο ο Γατσηνίκος με φώναξε στο υπόγειο. «Ωραία δεν περάσαμε; Και φάγαμε και ήπιαμε και διασκεδάσαμε, ε;» κι έκλεισε το μάτι. Μού έβαλε στην φούχτα μερικά χρυσαφιά κέρματα. «Άντε ρε, σε καλή μεριά. Είναι και μία παραπάνω από τον κ. Δαπέργολα τον αξιωματικό. Ήσουν πολύ καλός είπε και να σε προσέχω» μου είπε και με κτύπησε στην πλάτη.

Κι αυτό έκανα τις επόμενές ημέρες. Κι η μάνα μου έβλεπε που έφευγα τις νύχτες και δάγκωνε το μαντήλι της και δεν μιλούσε.

Τις λίρες που μάζευα τις έβαζα σε ένα ταγάρι στο υπόγειο κι έριχνα από πάνω κοπριά, κι ήθελα να τις ξεχάσω.

Και συνέχισα να ζω όπως πριν. Ανάλαβα και τα χωράφια του Οδυσσέα και να βοηθάω την γυναίκα του. Ήθελα να είμαι δίπλα της, να ανασαίνω μαζί της. Είχε γεννήσει στο μεταξύ ένα μικρό στρουμπουλό μωράκι. Την βοηθούσε η μάνα μου και το κρατούσε όταν αυτή πήγαινε για δουλειά.

Και μια ημέρα έρχεται η γυναίκα του Οδυσσέα, χήρα πιά, στην μάνα μου κλαίγοντας γιατί το παιδάκι πονούσε κι ο γιατρός ο Κουρούνης της  λέει πως πρέπει να το πάει στην Αθήνα. Έχει ένα πρόβλημα στο έντερο και μπορεί να πεθάνει. Αυτή λεφτά δεν είχε ούτε προλάβαινε να πουλήσει κάποιο χωράφι. Έπρεπε να φύγει γρήγορα για Αθήνα. Έκλαψε, την παρηγόρησε η μάνα μου κι εγώ άκουγα από δίπλα. Έφυγε η χήρα κι εγώ πήρα μια άσπρη πετσέτα, κατέβηκα στο υπόγειο κι έβγαλα από το ταγάρι δυο τρείς χούφτες λίρες. Τύλιξα την πετσέτα κι ανέβηκα στου Οδυσσέα. Μού άνοιξε, πέρασα μέσα, της έπιασα το άσπρο της χέρι και της έβαλα την πετσέτα με τις λίρες. «Να γίνει καλά ο γιός του Οδυσσέα» της είπα μόνον χωρίς να την κοιτάξω στα μάτια κι έφυγα.

Γυρίσανε μετά από δεκαπέντε μέρες περίπου κι ήταν κι οι δύο καλά. Όταν πήγε κάτι να μού πει, της το έκοψα με νόημα.

Το πρώτο Σάββατο μετά που γύρισε, μού λέει «φέρε μου και τα δικά σου ρούχα να στα πλύνω» και τα πήγα. Όταν πήγα το μεσημέρι να τα πάρω μού λέει «κάτσε να φάμε Νίκο» κι έκατσα κι από τότε δεν ξανάφυγα.

Τι λές μωρέ, κουτιάθηκες; Και την μαμά πότε την παντρεύτηκες; Εγώ γεννήθηκα στα 1947.

Η μαμά σου είναι η γυναίκα του Οδυσσέα. Και του Οδυσσέα έμεινε. Μπορεί και να με αγάπησε, δεν ξέρω. Κάναμε τις δίδυμες, ζήσαμε. Εγώ όμως την λάτρεψα. Για να καταλάβεις τις έφερνα το ψηφοδέλτιο της ΕΔΑ, το φιλούσε και το έριχνε κι εγώ έριχνα το δικό μου. Μετά άρχισες εσύ να της δίνεις του Κόμματος.

Και γιατί δεν λέγομαι Λάκος στο επίθετο αλλά έχω το δικό σου;

Η Ευτέρπη φοβόταν ότι ως γιό του Οδυσσέα μπορεί να σε κυνηγήσουν κι αλλάξαμε τα χαρτιά στην Κοινότητα. Τότε ήταν εύκολα τα πράγματα. 

Όταν ο Οδυσσέας σκοτώθηκε, έκλαψα από την στενοχώρια που έχασα τον αετό, τον αδελφό μου. Έκλαιγα όμως κι απ’ την χαρά μου γιατί μού άνοιξαν οι πύλες του παραδείσου. Η Ευτέρπη ήταν ο δικός μου παράδεισος, με έβαλε μέσα της και δεν ξανάφυγα ποτέ από κοντά της. Ποτέ! Ξυπνούσα τις νύχτες κι άκουγα την ήρεμη βαθιά αναπνοή της κι η ψυχή μου ησύχαζε. Μύριζα τα μαλλιά της κι ήταν σαν να πήγαινε σ’ όλο τον κόσμο. Τώρα δεν βγαίνω στην αγορά. Κάθομαι δίπλα της, πιάνω το χέρι της και μιλάω μαζί της. Δεν υπάρχει κόσμος για εμένα εκεί έξω. Αλλά τι σού λέω; Εσύ δεν καταλαβαίνεις από αυτά γιατί είσαι . . . ιδεολόγος! Εσύ κι οι ιδέες σου. Οι μαλακισμένες ιδέες σου. Ήσουν μαθητής, στην έκτη, και με φωνάζει ο δάσκαλος. Όλοι με ξέρανε που ήμουν δεξιός. «Ο γιός σας είναι άριστος μαθητής, καλό παιδί αλλά έχει αρνητικές επιρροές» μού λέει. «Λέει διάφορες αναρχικές κουβέντες που λένε οι κομμουνιστές και πρόσφατα πως κρυφό σχολειό δεν υπήρξε κι ότι είναι ψέμμα της Εκκλησίας. Σας παρακαλώ να το εξετάσετε για να μην υπάρξουν συνέπειες». Που τα βρήκες εσύ όλα τούτα ε; Στην αρχή τσαντίστηκα. Τα φαντάσματα με κύκλωναν και δεν μπορείς να νικήσεις τα φαντάσματα. Ηρέμησα όμως κι όταν ήρθα στο σπίτι σε ρώτησα δήθεν αδιάφορα. Μού είπες ότι τα είχες διαβάσει σε βιβλίο από την βιβλιοθήκη του πολιτιστικού συλλόγου -εμ, διάβαζες! Κι ότι κάνεις συζητήσεις με τον Αποστόλου τον δικηγόρο και παίζεται σκάκι. Αυτός, αρχικομμουνιστής, είχε μόλις γυρίσει από τις εξορίες. 

Πάω στο σπίτι του Αποστόλου. «Σε παρακαλώ να μην ασχολείσαι με τον γιό μου, μην μού τον κάνεις κομμουνιστή». Με κοίταξε και μού είπε «ο γιός σου ξέρει ήδη πολλά. Ξέρουμε καλά πως οι φωνές των νεκρών φτάνουν στα αυτιά του και τίποτα δεν θα το εμποδίσει αυτό. Κι εγώ να μην τού μιλήσω, η ψυχή του πατέρα του θα βρει τρόπο να τού μιλήσει». Έφυγα και ποτέ δεν σού μίλησα ούτε σε μάλωσα.  

Κι εσύ μεγάλωνες, διάβαζες κι ήσουν σε όλα καλός. Καμάρωνε η Ευτέρπη κι εγώ ανησυχούσα. Διότι ήξερα τι τομάρια έχουμε εμείς. Κι όταν πέρασες στην Νομική, τότε άδειασα το ταγάρι κι έτσι άνοιξες γραφείο κι έγινες δικηγόρος Αρείου Πάγου τρομάρα σου. Βουτιόσουν βαθιά στην ιδεολογία σου. Έμεινες ανοικοκύρευτος, μπακούρι,  για το Κόμμα κι έσκασε η Ευτέρπη μου.

Δεν ξέρεις τι χαρά έκανα όταν έπεσε η Ρωσία, τότε με τον Γκορμπατσόφ. Είπα ότι τώρα θα αλλάξεις, θα δεις το φως της ζωής. Αλλά εσύ εκεί. Οι βρυκόλακες βασιλεύουν.

Όταν πεθάνει, να έρθεις. Στην δική μου κηδεία να μην πατήσεις.


Η φωτογραφία είναι του Χρήστου Μελισσάρη του Νίκου

 

Τετάρτη 12 Ιουλίου 2023

 

Ηλεκτρικό θέλουμε αλλά πού θα το βρούμε;


Ηλεκτρικό θέλουμε αλλά πού θα το βρούμε;
Στο χωριό μας το ηλεκτρικό ρεύμα ήρθε περίπου στα 1960. Ήταν βραδάκι κι άρχισαν να ανάβουν τα φώτα στην αρχή στο Κασκαβέλι και μετά σε εμάς. Οι πατεράδες μας έμειναν έκπληκτοί: η νύχτα έγινε μέρα με το πάτημα ενός κουμπιού! Πάνε τα λυχνάρια και οι λάμπες πετρελαίου.
Μετά, ήρθαν οι ηλεκτρικές συσκευές για το μαγείρεμα, το ηλεκτρικό σίδερο, το πλυντήριο και όλες οι σχετικές οικιακές συσκευές που έκαναν την ζωή των μανάδων μας πιο εύκολη.
Η μεγάλη αλλαγή όμως έγινε στα περιβόλια όπου εισέβαλαν οι ηλεκτρικές αντλίες (πομόνες) για το πότισμα στα χωράφια. Οι παλιές πετρελαιομηχανές αντικαταστάθηκαν με καινούργιες κι όλα ήταν τόσο απλά και καθαρά. Πραγματική επανάσταση εκείνον τον καιρό!
Το πως γινόταν αυτό, το πως δηλαδή άναβε η λάμπα στο σπίτι ή λειτουργούσε η αντλία στο πηγάδι, δεν νομίζω ότι απασχόλησε ποτέ κανέναν. Όταν για διάφορους λόγους γινόταν «διακοπή» δεν μας άρεσε και τηλεφωνούσαμε στην ΔΕΗ στην Θήβα για να μας πουν πότε θα «έρθει το ρεύμα».
Αυτή ήταν η πρώτη περίοδος εξηλεκτρισμού της οικονομίας κι έγινε δυνατόν ένεκα της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ). Κανείς άλλος εκτός του Κράτους, δεν μπορούσε στην μεταπολεμική Ελλάδα να αντέξει το μέγεθος των επενδύσεων σε ορυχεία λιγνίτη ή τεράστια φράγματα για υδροηλεκτρικά εργοστάσια, σε γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας υψηλή τάσης, σε δίκτυα στις πόλεις και στα χωριά. Κάποτε ίσως γραφεί η εντυπωσιακή ιστορία της ΔΕΗ αλλά μέχρι τότε ας μείνουμε στα φαινόμενα και στα γεγονότα.
Πριν την ΔΕΗ, υπήρχαν στις πόλεις τοπικές εταιρείες ηλεκτρισμού που είχαν γεννήτριες με πετρέλαιο. Σχεδόν όλες αυτές τις εξαγόρασε η ΔΕΗ κι έγινε η μεγάλη και μόνη παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα. Και χάρη στην ΔΕΗ η Ελλάδα έγινε σύγχρονη κοινωνία!
Το θέμα του εξηλεκτρισμού των κοινωνιών είχε εντυπωσιάσει τον Λένιν που στις πρώτες ημέρες της επανάστασης των Μπολσεβίκων στην Ρωσία στα 1920 περίπου, είχε διατυπώσει την περίφημη εξίσωση: εξηλεκτρισμός + εξουσία των Σοβιέτ = κομμουνισμός! Όπου «κομμουνισμός» ήταν η τέλεια κοινωνία κλπ., κλπ. Πολλά χρόνια μετά, στα ίδια αχνάρια βαδίζουμε: η βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας στηρίζεται στον εξηλεκτρισμό των κοινωνιών μας αλλά η "τέλεια" κοινωνία μάλλον αργεί. Το κομμουνιστικό όραμα εξέλιπε, αλλά η ανάγκη για ηλεκτρική ενέργεια όχι.
Η άγνοια μας όμως για το «ηλεκτρικό» μάλλον συνεχίζεται. Για να είμαστε ειλικρινείς, ούτε θα μας ένοιαζε, αλλά ενέσκηψε η λεγόμενη «ενεργειακή κρίση» κι είδαμε τους λογαριασμούς τους ρεύματος να . . . απογειώνονται κι αρχίσαμε να ρωτάμε τι και πως.
Ο κλάδος της ενέργειας από το 2000 αλλάζει διαρκώς και μάλλον αθορύβως. Μόνον οι «ειδικοί» παρακολουθούν τις σχετικές εξελίξεις. Ακόμα και τα πολιτικά κόμματα απλώς . . . παρακολουθούν αν και το θέμα της ενέργειας είναι ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΘΕΜΑ διότι η ενέργεια υπάρχει σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Εκ φύσεως δηλαδή πρέπει να μας ενδιαφερει όλους!
Πριν από την κρίση, είχαν αρχίσει να υψώνονται ανεμογεννήτριες με μεγάλα φτερά στις κορυφές γύρω μας και μετά άρχισαν να μπαίνουν τα «γυαλιά» των φωτοβολταϊκών στα χωράφια. Περίεργα πράγματα, ακούγαμε διάφορά και καταλαβαίναμε ακόμα πιο λίγα. Ακούγεται, για παράδειγμα, ότι με τα φωτοβολταϊκά θα γεμίσει ο κάμπος «γυαλιά» που μπορεί να αλλάξουν το μικροκλίμα. Ή δεν θα μπορούμε πια να καλλιεργούμε την γη, οπότε θα πεθάνουμε από την πείνα. Τώρα με τις φωτιές ακούγεται ότι οι φωτιές μπαίνουν από αυτούς που θα βάλουν ανεμογεννήτριες ή φωτοβολταϊκά.
Κάθε άποψη είναι σεβαστή αλλά και συζητήσιμη. Ανάλογα με την όρεξη, εδώ όλα τα συζητάμε, χωρίς φανατισμό με επιχειρήματα.
Ας ξεκινήσω με μερικές βασικές πληροφορίες για την ηλεκτρική ενέργεια και τα φωτοβολταϊκά. Συνεχίζω μια συζήτηση με αγαπημένο φίλο που εξέφρασε τον φόβο ότι οι κάμποι θα γεμίζουν με «γυαλιά» φωτοβολταϊκών στοιχείων που ως εικόνα είναι τρομακτική προφανώς.
Λοιπόν κάθε σπιτικό στο χωριό μας χρειάζεται ηλεκτρική ενέργεια: για να δουλέψει το φωτιστικό ή το μίξερ, πατάς το κουμπί ή το βάζει στην πρίζα. Η ηλεκτρική ενέργεια είναι στην πρίζα!
Την ενέργεια την μετράμε σε κιλοβατώρες (kwh στην παρένθεση θα σού δίνω το διεθνές σύμβολο για τον όρο που αναφέρω). Στον λογαριασμό του ηλεκτρικού φαίνεται η κατανάλωση που κάνει κάθε σπίτι και την οποία πληρώνει. Βέβαια, μαζί με την ηλεκτρική ενέργεια, στον λογαριασμό υπάρχουν κι άλλες χρεώσεις αλλά αυτό ας μην το συζητήσουμε τώρα.
Κάθε ελληνικό σπιτικό λοιπόν χρειάζεται περίπου 15.000 κιλοβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας κάθε χρόνο. Τι σημαίνει αυτό ως προς την παραγωγή αυτής της ενέργειας;
Είσαι εξοικειωμένος με μηχανές, όπως ένα αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο ας πούμε, κινείται όταν η μηχανή του λειτουργεί και η οποία μηχανή έχει ισχύ 120 ίππους (HP) ή σε μια πιο γνωστή μονάδα, 90 κιλοβάτ (kw).
Λοιπόν, το αυτοκίνητο σου αυτό αν το έβαζες «εμπρός» να δουλεύει 145 ημέρες για 24 ώρες ανά ημέρα, θα σού έδινε την ενέργεια που χρειάζεται το σπίτι σου.
Την ίδια ακριβώς ενέργεια σού δίνει και ένα φωτοβολταϊκό σύστημα που χρειάζεται έκταση 100 τετραγωνικά μέτρα.
Δηλαδή για το χωριό μας, που έχει 1.000 κατοίκους, χρειαζόμαστε μίαν έκταση περίπου 100 στρεμμάτων. Ο κάμπος που έχει το χωριό μας είναι 5.000 στρέμματα. Δηλαδή μας μένουν 4.900 στρέμματα για να καλλιεργούμε . . .
Εντάξει, είναι περίπου έτσι και για αυτό δεν έχουμε βάλει όλοι μας στις στέγες φωτοβολταϊκά. Αλλά προς τα εκεί πάμε!
Επειδή λοιπόν το θέμα της ενέργειας είναι ΠΟΛΙΤΙΚΟ θέμα δεν πρέπει να το αφήσουμε στους «ειδικούς» και στους «τεχνοκράτες». Πρέπει να το καταλάβουμε και να συνεννοηθούμε για το τι πρέπει να κάνουμε για να βελτιώσουμε την ζωή μας.
Τα μέρη μιας τέτοιας συζήτησης θα μπορούσαν να είναι:
1. Τι είναι η ενέργεια; Τι είναι τα ορυκτά καύσιμα και τι είναι ο ηλεκτρισμός;
2. Γιατί να μην καίμε ξύλα του Ελικώνα για να ζεσταινόμαστε;
3. Πως παράγεται σήμερα η ηλεκτρική ενέργεια στην Ελλάδα;
4. Τί είναι η ΔΕΗ, ο ΑΔΜΗΕ, ο ΔΕΔΔΗΕ, η ΡΑΕ, το Χρηματιστήριο Ενέργειας κι όλα τα σχετικά ονόματα που ακούγονται σε σχέση με την ενέργεια;
5. Το ρόλο παίζει το Υπουργείο Ενέργειας;
6. Πότε θα βάλουν ανεμογεννήτρια στην Ακρόπολη;
7. Θα γεμίσει ο Κορινθιακός με φωτοβολταϊκά;
8. Πως διαμορφώνεται η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας;
9. Μπορούμε να έχουμε τζάμπα ηλεκτρική ενέργεια;
. . . ό,τι άλλο θέλεις!

Τρίτη 30 Μαΐου 2023

 

Ομιλία αποφοίτησής σε ένα λύκειο στην Σάμο


«Αγαπητοί φίλοι, διευθυντή, καθηγητές, καλεσμένοι. Θα ήθελα κατ’ αρχάς να σας ευχαριστήσω που βρίσκεστε εδώ. Με αφορμή το τέλος της σχολικής χρονιάς και την αποφοίτησή μας και καθώς ο καθένας από μας θα ακολουθήσει το δικό του ξεχωριστό δρόμο θα προσπαθήσω να σας εξιστορήσω τη δική μου οδύσσεια από την αναχώρησή μου από τη Γουινέα μέχρι την άφιξή μου στην Ελλάδα. Θα σας μιλήσω για την διαδρομή που ακολούθησα, για τις χώρες από τις οποίες χρειάστηκε να περάσω μέχρι να φτάσω στη νέα μου πατρίδα, που τότε ακόμα δεν ήξερα ότι θα γίνει πατρίδα μου και σπίτι μου. Θα σας μιλήσω ακόμα και για τα προβλήματα που αντιμετώπισα στο παλιό κάμπ και τις δυσκολίες έως ότου ενταχθώ στην κοινωνία της Σάμου.

Ο δρόμος της προσφυγιάς ήταν ή είναι σκληρός ερχόμενος από τη Γουινέα δέχτηκα επίθεση από ληστές, είδα ανθρώπους να πεθαίνουν από την εξάντληση της ατελείωτης πορείας, παιδιά που δεν κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν τα όνειρα τους όπως μπορούμε εμείς σήμερα. Όταν έφτασα στην Τουρκία μπήκα αμέσως στο νοσοκομείο γιατί ήμουν κι εγώ αποκαμωμένος από το δρόμο. Έμεινα λοιπόν στην Τουρκία λίγους μήνες και στη συνέχεια ήρθα στην Ελλάδα. Γιατί όμως ήρθα στην Ελλάδα από την Τουρκία; και αποφάσισα να μείνω σ’ αυτή τη χώρα;

Όταν βγήκα λοιπόν από το νοσοκομείο και θέλησα να γραφτώ στο σχολείο, κατάλαβα ότι δεν γινόταν γιατί η εκπαίδευση στην Τουρκία δεν είναι δωρεάν κι εγώ δεν είχα χρήματα για να πληρώσω δίδακτρα. Όμως στην Γουινέα πήγαινα κανονικά σε σχολείο μεχρί και το θάνατο των γονιών μου. Ήταν μια ανάγκη που είχα. Εξίσου σημαντική με την ανάγκη της επιβίωσης. Είχα κι έχω πάντα δίψα για μάθηση. Αυτά τα όνειρα είχα φτάνοντας στην Ελλάδα. Και πίστευα πως η διαδικασία (μου) με τα χαρτιά δεν θα καθυστερούσε.

Νόμιζα πως σε σύντομο χρονικό διάστημα θα έπαιρνα το άσυλο δεδομένου ότι ήμουν ανήλικος και μάλιστα ασυνόδευτος. Όμως η διαδικασία συνεχώς αργούσε. Κι εγώ εξακολουθούσα περιμένοντας τα χαρτιά μου να ζω σε άθλιες συνθήκες στο καμπ. Με τις συνεχείς απορρίψεις των αιτημάτων ασύλου έπρεπε να φύγω από το καμπ για να μπορέσω να γραφτώ στο σχολείο. είχε έρθει η ώρα να πάρω την ζωή μου στα χέρια μου. Μου φαινόταν χάσιμο χρόνου να περιμένω ένα χαρτί το οποίο δεν ήξερα αν και πότε θα μπορούσα να αποκτήσω.

Όταν λοιπόν γράφτηκα στο Γενικό λύκειο Σάμου, εσείς μου σταθήκατε σε όλες τις δύσκολες στιγμές θεωρώντας με ένα από εσάς. Φροντίσατε να μου δώσετε το χαμόγελο που χρειαζόμουνα από καιρό στη ζωή μου. Φράσεις γραμμένες στο μυαλό μου από την εγγραφή μου έως σήμερα, φράσεις που μου είπατε, που μου λέτε ακόμα μέχρι και σήμερα «καλώς ήρθες Σισέ στο σχολείο μας είσαι ένας από εμάς μη φοβάσαι, μην αγχώνεσαι έλα στην παρέα μας να κουβεντιάσουμε» και τα υπέροχα λόγια του διευθυντή και των καθηγητών «ό,τι και να χρειαστείς Σισσέ μου μην φοβάσαι χτύπα τις πόρτες των γραφείων μας. Είμαστε εδώ για σένα και θα κάνουμε τα πάντα για την πρόοδο σου».

Στα λόγια αυτά μένω άφωνος, στην αγάπη που που δείξατε σε μένα χωρίς να το περιμένω (από εσάς). Όταν μένω μόνος μου το βράδυ και σκέφτομαι όσα έχω ζήσει, όσα δύσκολα έχω βιώσει δακρύζω. Όμως τα δάκρυα αυτά σβήνουν; Από την μια θυμάμαι τους γονείς μου που μου λείπουν, από την άλλη έχω εσάς που αυτά τα χρόνια με γεμίσατε με αγάπη, τρυφερότητα και στοργή. Γι’ αυτό με τον τρόπο και την αποδοχή σας, αποδειχτήκατε οικογένεια και στήριγμα για μένα. Οι στιγμές πού πέρασα μαζί σας στα μαθητικά μου αυτά χρόνια λυκειακά, θα μου μείνουν αξέχαστες. Σας ευχαριστώ θερμά για την αγάπη και την φροντίδα προς το πρόσωπό μου. Να ξέρετε ότι θα έχετε πάντα μια θέση στην καρδιά μου.

Ο μαθητής συμμαθητής και γιος σας Σισσέ Βαφιγκ»

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

 

Γιώργος Λάντζας του Βασιλείου & Σωτήρης Δρίτσας του Γεωργίου




Υπάρχουν περιστατικά στις οικογένειες όλων μας που αποτελούν την οικογενειακή ιστορία του καθενός μας και συνολικά την ιστορία του χωριού μας. Διότι «χωριό» δεν είναι τα τούβλα κι οι τοίχοι αλλά οι άνθρωποι. Κι οι άνθρωποι συντηρούν μνήμες και συχνά δημιουργούν μυθολογίες και για την δική τους οικογένεια αλλά και για τις άλλες.
Οι οικογενειακές ιστορίες είναι χρήσιμο να συζητιούνται διότι έπειτα από πολλά χρόνια, όταν τα πρώτα πάθη καταλαγιάζουν, είναι σαν μια κάθαρση η αναφορά στο παρελθόν που πλήγωσε. Τα άσχημα, τα δυσάρεστα γεγονότα στην ζωή του χωριού μας, πρέπει να τα συζητάμε και να προσπαθούμε να τα καταλάβουμε. Όχι να κρίνουμε και να «δικάσουμε» τους πρωταγωνιστές, αλλά να σκεφτούμε τους εαυτούς μας σε ανάλογες καταστάσεις και την δική μας συμπεριφορά.
Συχνά επίσης, ελλείψει γραπτών στοιχείων κι αρχείων, οι προφορικές αναφορές θολώνουν σε μια αχλή χρόνου και για αυτό πρέπει να αντιμετωπίζονται με κατανόηση.
Να μια τέτοια αναφορά κι όποιος έχει άλλα στοιχεία ας τα επισυνάψει ως σχόλια ή ας μού στείλει μήνυμα:
Κάθε του Αγίου Νικολάου, 6 Δεκεμβρίου, η Γιωργίτσα Λάντζα σύζυγος Βασιλείου, μαζευόταν κουβάρι δίπλα στο τζάκι, άναβε ένα καντήλι και καθόταν εκεί σιωπηλή όλη μέρα. Ο γιός της, η νύφη της, τα εγγόνια της, δεν της μιλούσαν και φρόντισαν να μην κάνουν φασαρία εκείνη την μέρα.
Η Γιωργίτσα επίσης είχε απαγορέψει να μιλάνε για το γεγονός που θα σας πω καθώς και το να έχουν τα παιδιά και τα εγγόνια της οποιαδήποτε σχέση με όπλα.
Στην αρχή νόμιζα ότι πενθούσε τον γιο της Γιώργο Λάντζα που ήξερα πως εκτελέστηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1947 στην Χαλκίδα.
Η εκτέλεση του Γιώργου αλλά και το γεγονός που θα σας αναφέρω, ήταν ταμπού για την οικογένεια Λάντζα. Ήταν ένα στίγμα που πιο καλά να το ξεχάσει κανείς παρά να μιλάει για αυτό. Για πολλά χρόνια νόμιζα ότι τα δύο γεγονότα συσχετίζονταν αλλά όπως θα δείτε δεν είχαν καμία σχέση.
Η Γιωργίτσα πάντως δεν πενθούσε στις 27 Δεκεμβρίου. Πενθούσε κάτι άλλο και πέρασαν πολλά χρόνια για να το καταλάβω.
Προπολεμικώς, όταν τα παιδιά του χωριού μας τελείωναν το Γυμνάσιο, συνέχιζαν τις σπουδές τους στο λεγόμενο «αστικό» που ήταν ακόμα δύο χρόνια, πριν πάνε στο Πανεπιστήμιο. Επειδή δεν είχαμε «αστικό» στο χωριό, όσα παιδιά ήθελαν να συνεχίσουν, έρχονταν στην Θήβα. Έτσι, ο Γιώργος γεννημένος στα 1924, το 1939 ήταν μαθητής στην Θήβα μαζί με άλλα παιδιά.
Στην αρχή συγκατοικούσε με τον Αντώνη Δημητρίου (φαίνονται οι δύο τους στην φωτογραφία) αλλά μετά με τον Σωτήρη Δρίτσα που ήταν κι ο «κολλητός» του. Ο Γιώργος θα σπούδαζε γεωπόνος κι ο Σωτήρης δικηγόρος.
Εκείνη την εποχή η Θήβα ήταν ένα κέντρο κομμουνιστικής δραστηριότητας. Η πιο μαχητική ομάδα ήταν οι τσαγκαράδες κι εκεί στα μαγαζιά τους γινόταν η «κατήχηση» στα ιδανικά του κομμουνισμού. Οι μαθητές δεν έμειναν ασυγκίνητοι. Η εναντίωση στην Μεταξική δικτατορία, στην εξουσία της εποχής, ο μετεφηβικός ρομαντισμός οδήγησε τον Γιώργο να οργανωθεί στην Κομμουνιστική Νεολαία (ΟΚΝΕ). Όταν στις αρχές της Κατοχής δημιουργήθηκε η ΕΠΟΝ, ο Γιώργος μαζί με τον Σωτήρη έγιναν δραστήρια μέλη της.
Ήταν δυο παιδιά ούτε καν είκοσι χρονών.
Το καλοκαίρι του 1943, το αντάρτικό είχε αρχίσει να κάνει την παρουσία του στα βουνά γύρω από το χωριό μας. Κάποιος στην Θήβα τους έδωσε ένα περίστροφο για να τους εξοικειώσει με τα όπλα. Κρυφά άρχισαν να εκπαιδεύονται στην σκοποβολή για να βγουν αντάρτες.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1943, ο Γιώργο με τον Σωτήρη και με άλλα παιδιά ΕΠΟΝίτες, πήγαν στην περιοχή της Αγίας Τριάδας για να κάνουν σκοποβολή με το περίστροφο. Σε μια στιγμή το περίστροφο μπλοκάρισε, το πήρε ο Γιώργος για να το φτειάξει και καθώς το προσπαθούσε, το όπλο εκπυρσοκρότησε κι η σφαίρα πλήγωσε τον Σωτήρη στην περιοχή της κοιλιάς. Κάποιοι έτρεξαν να ειδοποιήσουν, ήρθε ένα κάρο, φόρτωσαν τον πληγωμένο Σωτήρη πάνω να τον πάνε στην Θήβα.
Οι μαρτυρίες λένε πως ο Σωτήρης, όσο μπορούσε να μιλήσει, έλεγε συνεχώς πως δεν έφταιγε ο Γιώργος, πως θα μπορούσαν να γίνουν ανάποδα τα πράγματα και νάναι ο Γιώργος το θύμα, πως ήταν η κακιά στιγμή. Ο Σωτήρης πέθανε την ίδια μέρα, λίγο αργότερα.
Ο Γιώργος τρομοκρατημένος δεν ήξερε τι να κάνει. Ήρθε σπίτι κι όταν το είπε στην μάνα του, την γιαγιά μου, εκείνη ούρλιαξε ένα «τι έκανες ρε κακούργο» και τον έδιωξε. Κι εκείνος, έφυγε από το σπίτι και πήγε στην Παλιοπαναγιά, προς τον Ελικώνα κι έφτασε στον Ζαχαρά.
Σκέφτομαι πολλές φορές με οδύνη τον Γιώργο εκείνων των ημέρων που διωγμένος από το σπίτι του ως φονιάς, να σκέφτεται συνεχώς το ατύχημα, να κατηγορεί τον εαυτό του και να περιπλανιέται μόνος του, αβοήθητος στις ερημιές χωρίς να ξέρει τι να κάνει.
Ήταν κι οι καιροί δύσκολοι, ήταν Κατοχή, όμως το γεγονός αυτό δεν οδήγησε σε καταγγελία, δεν έγινε καμία απόπειρα να συλληφθεί ο Γιώργος και προφανώς δεν έγινε δίκη.
Είναι καταπληκτικό πως όλο το χωριό «σκέπασε» την υπόθεση διότι όλοι αποδέχτηκαν την εκδοχή του ατυχήματος. Κι η «απόφαση» του χωριού ήταν πιο ισχυρή και από απόφαση Αρείου Πάγου. Τον Γιώργο τον είχε ήδη αθωώσει ο αδελφικός του φίλος, ο Σωτήρης. Ήταν πολύ πιο δύσκολο να αθωώσει ο ίδιος ο Γιώργος τον εαυτό του και μάλλον δεν πρόλαβε να το κάνει.

Όμως, την άνοιξη του 1945, οι διωκτικές αρχές συνέλαβαν και προφυλάκισαν τον Γιώργο Λάντζα για τον φόνο του Σωτήρη Δρίτσα.

Οι καιροί είχαν αλλάξει κι οι διωκτικές αρχές προσπάθησαν να στοιχειοθετήσουν κακουργηματικού τύπου κατηγορία εις βάρος του και τον προφυλάκισαν. Όμως, οι καταθέσεις των θαρραλέων γυναικών μαρτύρων Αικατερίνης Μπαϊρακτάρη και Μαριγώς Καλόγρια για το θέμα αυτό καθώς και του Γ. Παπαϊωάννου ήταν καταλυτικές, παρά τις συνθήκες άγριας τρομοκρατίας που ήδη επικρατούσαν.

Έτσι, από το δικαστικό συμβούλιο, εκτιμήθηκε ότι: «η συγκεκριμένη ανθρωποκτονία δεν οφείλεται εις δόλον του κατηγορουμένου αλλά εις αμέλειαν τούτου» και στις 7-7-1945, διέταξε την «προσωρινήν εκ των φυλακών απόλυσιν τούτου» (215/45 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θηβών και 179/31-1-1946 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θηβών ).

Στις 31-1-1946, έγινε παραπομπή του στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θήβας, για να δικαστεί για την πράξη της Ανθρωποκτονίας από αμέλεια και αφέθηκε τελικά, ελεύθερος. Απαλλάχτηκαν, επίσης, από την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, ο Ευάγγελος Βαρθαλάμης, Κωνσταντίνος Χρήστου και ο Δημήτριος Σελιανίτης, που επίσης, είχε κατηγορηθεί τότε, ως επικεφαλής του ΕΑΜ Ερημοκάστρου.
Στο μεταξύ ο Γιώργος είχε ενεργοποιηθεί στην ΕΠΟΝ κι έτρεχε ανά τα χωριά της Θήβας. Στο χωριό μας δεν ερχόταν. Έτρεχε προς τον δικό του θάνατο. Στα 1947 ήταν στέλεχος του ΚΚΕ στην περιοχή της Θήβας και τον Απρίλιο 1947 προσπάθησε να ανέβει στον Ελικώνα, να γίνει αντάρτης. Τον έπιασαν οι ΜΑΥδες, δικάστηκε στο στρατοδικείο Θήβας (στρατοδίκης Ταμπακάς) κι εκτελέστηκε στην Χαλκίδα. Η εκτέλεσή του Γιώργου έγινε λίγες ημέρες μετά τις 6 Δεκεμβρίου, ημέρα θανάτου του Σωτήρη, ως μια έκφραση της ειμαρμένης του.
Το ατύχημα με τον Σωτήρη δεν έπαιξε κανέναν ρόλο στην καταδίκη του Γιώργου. Άλλωστε εκείνο τον καιρό, με τον εμφύλιο σε κορύφωση, ο στρατοδίκης απλώς νομιμοποιούσε μια ήδη ειλημμένη απόφαση: εις θάνατον!
Οι δύο οικογένειες από απολύτως φιλικές έγιναν εχθροί και πλέον οι Λαντζαίοι με τους Δριτσαίους δεν μιλιούνταν. Άσε που διαμορφώθηκαν σε «πολιτικούς αντίπαλους».
Όμως τα κανάλια επικοινωνίας των γυναικών υπήρχαν. Στα 1957, όταν γινόταν το προξενιό της Κωνσταντινιάς Τσεβά με τον Παρασκευά Λάντζα, αδελφό του Γιώργου, η Κωνσταντινιά απευθύνθηκε στην θεία της Δημητρού Μελισσάρη που ήταν αδελφή του Σωτήρη Δρίτσα για πληροφορίες. Ρώτησε λοιπόν την θεία της για τον επικείμενο γάμο κι εκείνη της είπε «Μην κοιτάς που έγινε τότε το κακό, άσε μας εμάς. Η οικογένεια Λάντζα είναι καλή κι η Γιωργίτσα τρομερή νοικοκυρά να την ακούς κι ο Παρασκευάς καλό παιδί. Να παντρευτείς κι η ώρα η καλή».
Πολλά χρόνια μετά αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις των μελών των δύο οικογενειών.
Για την μάνα του όμως, η μοίρα του Γιώργου σφραγίστηκε εκείνην την ημέρα: 6 Δεκ 1943 και για αυτό τότε η Γιωργίτσα εκείνη την ημέρα έκανε το μνημόσυνο του γιού της. Από τότε η Γιωργίτσα μαυροφορέθηκε κι έπαψε να κοιμάται με τον άνδρα της, ως μόνιμη έκφραση πένθους.
Η φωτογραφία του Γιώργου είναι από το 1946.


Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2021

 Καλά Χριστούγεννα!

Η μυστική μας γλώσσα

Πρόσφατα διάβασα σε κάποια σχόλια ότι ο δάσκαλος –λέει- σε κάποιο χωριό «κυνηγούσε» τα παιδιά όταν τα άκουγε να μιλάνε αρβανίτικα.
Εμείς στα χρόνια μου στο χωριό μου το Ερημόκαστρο, δεν το είχαμε αυτό. Ποτέ δεν νιώσαμε ως αρβανίτες ως δεύτερης ποιότητας πολίτες. Ποτέ δεν μας κυνήγησε κανείς για την γλώσσα που μιλούσαμε στα διαλλείματα ή έξω από το σχολειό στα σπίτια μας.
Νομίζω ότι οι πρόγονοί μας όταν αποφάσισαν να φτιάξουν «δοβλέτι», δηλαδή κράτος, χωρίς συνεννόηση, αυθόρμητα, επέλεξαν τα Ελληνικά ως την επίσημη γλώσσα και κράτησαν τα αρβανίτικα για την δική τους μυστική γλώσσα.
Διότι αυτό το περί ελληνικότητας των αρβανιτών δεν το κατανοώ όταν οι αρβανίτες έφτιαξαν το ελληνικό κράτος –εντάξει οι Πελοπονήσιοι το παράκαναν ως προς την εξουσία αλλά οι αρβανίτες ως πολεμιστές έκαναν την δουλειά.
Τα αρβανίτικα ήταν ο τρόπος επικοινωνίας μας έτσι ώστε να μην μας καταλαβαίνουν οι άλλοι, οι «ξένοι», εκείνοι δηλαδή που δεν ήταν αρβανίτες. Οι αρβανίτες είχαν επίγνωση της αξίας της κοινωνίας τους και την προστάτευαν αλλά κι έτσι κι οι ίδιο προστατεύονταν.
Ο ξένος, είτε ως φίλος είτε ως νύφη –κυρίως- αλλά και ως γαμπρός, έπρεπε να περάσει από δοκιμασία για να γίνει δεκτός στην κοινωνία μας. Δεν ξέρω τι έκαναν οι γυναίκες αλλά σε εμάς, τους άνδρες, το κριτήριο ήταν η αντοχή στο κρασί. Η «τελετή μύησης» περιελάμβανε οπωσδήποτε μεθύσι. Στο καλεσμένο μας λοιπόν, αφού τον καλωσορίζαμε τον καθίζαμε ανάμεσα μας στο τραπέζι, αρχίζαμε σε λίγο ο καθένας μας και πίναμε μαζί του από ένα «σταυρωτό». Ένδειξη τιμής και υποδοχής. Όταν αυτό είχε πιεί πέντε ποτήρια με καθένα από εμάς (αν ήμασταν πέντε) εμείς είχαμε πιεί από ένα. Όταν αυτός πήγαινε να καταρρεύσει, εμείς τότε αρχίζαμε να ζεσταινόμαστε. Και τότε αυτός άρχιζε να «κελαηδάει» και να γίνεται «βλάμης». Και η τελετή ολοκληρώνονταν με ένα καγκέλι, το τσοπανάκι κατά προτίμηση ή ένα καλαματιανό ντο τα πρες κοτίδε τ’. Σερνόταν ο μουσαφίρης κι εκεί πάνω στα σταυρωτά μάθαινε και τους στίχους.
Φώναζαν οι γυναίκες όταν τον τραβούσαμε στο σπίτι τύφλα. «τ΄μος αρ’ς. Τσ’ ι μπ΄ρε νιερίουτ ρε ασιλόγιστο» (να μην φθάσεις (ή να μην ζήσεις). Τι του έκανες του ανρθωπου βρε ασυλόγιστε).
Τα αρβανίτικα ήταν ο μεγάλος μας μυστικός δεσμός, τύφλα νά ‘χουν οι μασόνοι και οι λογής αποκρυφιστές. Στις δημόσιες υπηρεσίες, στον στρατό, έφτανε ένα «γκα κου γιε ρε τι» (από πού είσαι ρε σύ) για να ανανεωθούν πατρογονικοί δεσμοί που ούτε τους είχαμε συνειδητοποιήσει.
Όταν ο Πέτρος σπούδαζε στην Πάτρα, γνώρισε την Άννα. Ωραία και μαχητική συνδικαλίστρια η Άννα από την Ξάνθη, ήξερε ότι στην Ελλάδα υπάρχουν Έλληνες και μόνον στην Θράκη (Ροδόπη και Ξάνθη) υπάρχουν μουσουλμάνοι τουρκογενείς και πομάκοι.
Ο Πέτρος κοιτούσε την Άννα που αναψοκοκκίνιζε στα πηγαδάκια και σκεφτόταν την κλινοπάλη μαζί της διότι αυτός περί τα πολιτικά ήταν αλλού κυριολεκτικώς. Ωραίος και λεβέντης δεν πέρασε απαρατήρητος από την Άννα που θέλησε να τον . . . στρατολογήσει.
Τελικά κάπως βρέθηκαν να περπατάνε μόνοι τους ένα απόγευμα στην Αγίου Νικολάου. Σε μια στιγμή λέει ο Πέτρος «να πάρω ένα τηλέφωνο στο σπίτι μου». Εκείνη την ευλογημένη εποχή δεν υπήρχαν κινητά και έτρεχαν οι φοιτητές στα περίπτερα. Στέκονται λοιπόν δίπλα δίπλα στο τηλέφωνο και η Άννα ακούει τον Πέτρο να μιλάει μια ακατάληπτη γλώσσα «έα μ΄μ σι γένι. Τσ’ μπ΄ν κατούντι, ουμαρτούα Μαριγόια;» (έλα μάνα, πως είστε; Τι κάνει το χωριό; παντρέυτηκε η Μαριγώ;». Η Αννούλα είχε πάθει πλάκα.
Όταν τέλειωσε η συνδιάλεξη τον ρωτάει «ρε συ τι γλώσσα μιλούσες;» «αρβανίτικα!» «τι είναι τα αρβανίτικα;» κι ο Πέτρος αγκάλιασε στοργικά την Άννα κι άρχισε να της μιλάει για έναν άλλο κόσμο που η ίδια αγνοούσε, ένα κόσμο όλο λεβεντιά κι αρρενωπότητα που της άρεσε, κι ο Πέτρος της άρεσε και τριάντα τόσα χρόνια τώρα εξακολουθεί να της αρέσει. Διότι οι αρβανίτες είμαστε ομορφοφυλή μάνα μου, πώς να το κάνουμε.
Όταν όμως είχαν έρθει οι πρώτοι Αλβανοί στο χωριό, εκεί γύρω στα 1992, η μάνα μου με τον πατέρα μου είχαν πάρει μερικούς από αυτούς να κατεβάσουνε ελιές. Πήγαν στις ελιές και το μεσημέρι η μάνα μου είχε ετοιμάσει το σχετικό γεύμα: φασολάδα.
Οι Αλβανοί κάθισαν γύρω και δεν χόρταιναν ψωμί. Έκοβε η μάνα μου φέτες συνέχεια κι αυτές . . . χάνονταν. Η μάνα μου στην αθωότητά της τους θεωρούσε κι αυτούς «ξένους» δηλαδή μη γνωρίζοντες αρβανίτικα και λέει στο πατέρα μου «ρε ατα νούκ φρίχεν μπουκ» (ρε αυτοί δεν χορταίνουν ψωμί) και ακούει μια απάντηση από έναν λιγνούλη νεαρό Αλβανό «ψιο μόι Θιάκ, σα χαμ, νιέρζ γιέμι» (σώπα βρε θεία, πόσο τρώμε, άνθρωποι είμαστε). Κι εν μέσω μεγάλης ντροπής η μάνα μου κατάλαβε ότι τούτοι οι «ξένοι» ξέρουν το μυστικό μας όπλο, τα αρβανίτικα και πρέπει να προσέχει πλέον διπλά, όπως με τους δικούς μας.
Τώρα όμως το μυστικό μας όπλο, η αρβανίτικη γλώσσα και η κουλτούρα μας χάνονται σιγά σιγά και για αυτό σας λέω βάλτε όλοι ένα χεράκι να τα θυμηθούμε τα ευλογημένα αρβανίτικά μας, χωρίς κακίες και χωρίς τσακωμούς και με επίγνωση ότι από τις Λίμνες της Αργολίδας μέχρι το Λέχοβο στην Φλώρινα κι ως τον ‘Έβρο, παρόλες τις ντοπιολαλιές και τις διαφορές μας, μία είναι η γλώσσα των παππούδων μας.

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021

 Αρραβωνιάσματα


Στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 – 1970 η Αμερική ήταν το όνειρο για πολλούς Έλληνες. Οι Αμερικάνοι, έτσι τους λέγαμε τους Έλληνες μετανάστες, έρχονταν το καλοκαίρι άνετοι, γελαστοί και φωνακλάδες στα χωριά και σκόρπιζαν ντόλαρς. Τους βλέπαμε με θαυμασμό και ζήλεια. Τι πλούτος αυτή η Αμερική! Ήταν και ο σινεμάς τότε και ενίσχυε την φαντασία μας για αυτή την μυθική χώρα. Μετά ήρθαν οι ασπρόμαυρες τηλεοράσεις κι ξεροσταλιάζαμε έξω από τις βιτρίνες των ηλεκτρολόγων –διότι σε αυτά τα μαγαζιά ήταν οι συσκευές- και στα καφενεία για να δούμε τον Φυγά και το Πέιτον Πλέις.


Τότε -θα ήμουν έκτη τάξη δημοτικού- ένα καλοκαίρι των Αμερικάνων, γνώρισα την Πέννυ. Η θεία Πέννυ δηλαδή γιατί έτσι, «θεία», λέγαμε τις μεγάλες γυναίκες κι αυτή τότε θα ήταν περίπου είκοσι πέντε τριάντα χρονών, ήρθε ένα καλοκαίρι στο σπίτι μας. Μια κουκλάρα, μια θεά. Έτσι μού φάνηκε. Μπήκε στο σπίτι με ένα μίνι και μια κίτρινη κορδέλα στα μαλλιά της. Έσκυψε, φίλησε την γιαγιά μου κι έκατσε σε ένα χαμηλό σκαμνί δίπλα της κι εγώ κοίταζα κλεφτά από το τραπέζι τα ατέλειωτα ασυμμάζευτα πόδια της και τα μπούτια της. Η γιαγιά είδε τι κοίταζα, την κοίταξε αυστηρά και της έριξε μια ποδιά στα πόδια. «ετσ’ τ’ λιοζ΄σ μανάρε» (πήγαινε να παίξεις μανάρι μου) μού είπε και με έδιωξε.


Η Πέννυ ήταν η Βούλια, από το «Παρασκευή» που στην Αμερική είχε γίνει «Πέννυ». Ήταν γείτονες μας και πρέπει να είχαν μια κάποια σχέση με την γιαγιά κι ερχόταν πάντα να την δει όταν γύριζε στο χωριό. Την είχε σαν συμβουλάτορα μάλλον.


Βγήκα στον δρόμο και καθόμουν στο σκαλοπάτι. Πέρασε κάμποση ώρα και στην γωνία φάνηκε η θεία Μαριγώ, η μαμά της Πέννυς: «Για ατιε μπίλια ιμε;» (είναι εκεί η κόρη μου;) κούνησα το κεφάλι καταφατικα «έτσ’ θούαϊ τ’ βιν’ νε στιπί ψε ε ντούαν» (πήγαινε πες της να έρθει στο σπίτι γιατί την θέλουν).


Σηκώθηκα και μπήκα μέσα σιγά σιγά.


Από την χαραμάδα είδα την γιαγιά μου να χαϊδεύει το χέρι της Πέννυς και να της λέει κάπως αυστηρά, σαν να έδινε εντολές:  «Γκιγκιου Βούλιε, πο κα βάτουρ ατιε π’ρ τ’ χα μιζα, λε δε ο βιν’ πράπα. Αστου για μπούρατ, λιόζν σι ντιέλτ τα βογκ’λια. Νεβε γκρατ γιεμι μεντι δε ζ’μπρα στιπις.  Κε έν’ δε πο πάσιε ψε γιεπ παράτ νε πουτ’νατ, χαρόβε ντέριν. Στρώξιν με νι στιλιάρι νε μπίθ κερατάν΄. Σντι τσι ντο τ’ μπαρ: σα μπουκουράν γιε τι δε μ’ μέντ. Δε τι μπλίδσ παράτ, μπα στιπιν εδε λιε τ΄ικνα αι κοπρίττ. Τ’ρ μπούρατ ντο τ΄βινιν πασόε τι. Μος βε μαραζ νε ζ’μπρ’. Κε έν’ μος σουμούρες ψε παστάι ο βες ιμπάρτουρα. Εδε μλίδε γκλιουχ’ν δε μέντιν. Μος θούα φιάλ νε νον’. Βετ΄μ γιε βαιζο δεν κε βετε Περιτνιν δε Σιν Πρε΄μτεβ τ’ τ’ ντιχον. Ουροι τ’τ΄τγιαπ μεντ δε σιτ χαπουρα. Β’ρε μέντιν το σ΄ρμπεν δε ο τσιος ντερ’ν το βες μ’ πάρ. Κουιτό, μος νι φιαλ νε νον’ μος νε γιοτ’μ μος νε τατ’ν μοσ’ νε μότρατ, μος νε σιόκετ» (άκου Βούλια, ένα έχει πάει εκεί για να φάει μύγες (δηλαδή πρόκειται για ασήμαντο φλερτ), αστον και θα έρθει πίσω. Έτσι είναι οι άνδρες, παίζουν σαν μικρά παιδιά. Εμείς οι γυναίκες είμαστε το μυαλό και η ψυχή του σπιτιού.   Έχε το νου σου κι αν δεις πως δίνει λεφτά στις πουτάνες, ξέχασέ τον, το γουρούνι. Ρίξτου με ένα στυλιάρι στον πισινό και διώξτον τον κερατά. Δεν ξέρει τι θα χάσει: τόσο όμορφη που είσαι και με μυαλό. Και να μαζέψεις τα λεφτά (από τις δουλειές) και να πάρεις το σπίτι κι άστον να φύγει τον κοπρίτη. Όλοι οι άνδρες θα σού έρθουν πίσω σου. Μην στενοχωριέσαι. Πρόσεξε μην αρρωστήσεις γιατί θα πας χαμένη. Και μάζεψε το μυαλό και την γλώσσα: μην πεις κουβέντα σε κανένα κορίτσι μου. Μόνη σου είσαι κόρη μου και μόνον ο Θεός και η Αγία Παρασκευή σε βοηθάνε. Μακάρι να σού δώσει μυαλό κα μάτια ανοιχτά. Βάλε το μυαλό σου να δουλέψει και θα βρεις την πόρτα για να πας παρακάτω. Θυμήσου, κουβέντα σε κανένα ούτε στην μάνα σου ούτε στον πατέρα σου ούτε στις αδελφές σου ούτε στις φίλες σου).


Έσπρωξα την πόρτα και μπήκα: «η θειά Μαριγώ λέει η θεία να πάει στο σπίτι, την θέλουν» είπα.


Η Πέννυ, γύρισε με κοίταξε καθώς σηκωνόταν «βρε τι όμορφος που είναι ο εγγονός θεία»


«Μιρ για πο για νοτσικ κοκτρασ’ δε νουκ να γκικετ» (καλός είναι αλλά είναι λίγο χοντροκέφαλος και δεν μας ακούει)  είπε η γιαγιά καθώς σηκωνόταν.


«έλα θεία φαίνεται καλό παιδί κι έχει το όνομα του θείου, έτσι;» με κοίταξε κι εγώ κούνησα το κεφάλι προς τα κάτω


«μι τσι θούα, τ’ μος μπράζετ κοσμι νγκα έμριν γαιδούριτ» (μωρέ τι μας λες για να μην λείψει από τον κόσμο το όνομα του γαϊδουριού)  είπε η γιαγιά.


«έλα βρε θεία μην μιλάς έτσι για τον θείο»


«ντι τσι θόμι π’ρ μπούρατ: φολ μπούρι πόρδ γαιδούρι. Νανι ε καταλάβε εδε τι. Αιντε Βούλιε ικ ψε σντούα τ’ μι βιν κουτού Μαριγώια. Αίντε μανάρε δε εθαμ: μος νι φιαλ’ γκιακούν» (ξέρεις τι λέμε για τους άντρες; Μίλησε ο άνδρας κι έκλασε το γαϊδούρι. Τώρα το κατάλαβες κι εσύ. Άιντε Βουλια, φύγε γιατί δεν θέλω να μού έρθει εδώ η Μαριγώ. Άιντε μανάρι μου και είπαμε: κουβέντα σε κανέναν).


Στο μεταξύ η Πέννυ καθώς έφευγε μού έδωσε ένα δεκαδόλλαρο που τόσα χρόνια μετά ακόμα το φυλάω.


Πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβω τι γινόταν τότε και γιατί η γιαγιά μου παρηγορούσε την . . . θεά.


Σήμερα, οι νέες κοπέλες αποφασίζουν οι ίδιες για την ζωή τους, για το σώμα και τις σχέσεις τους. Τις χαίρομαι και τις καμαρώνω. Δεν παίρνουν βέβαια πάντα τις σωστές αποφάσεις αλλά στο κάτω κάτω η ζωή είναι δική τους κι ας πληρώσουν το τίμημα των επιλογών τους.


Δεν ήταν όμως πάντα έτσι τα πράγματα. Κι όταν αναφερόμαστε στο παρελθόν, εκεί γύρω στην δεκαετία 1950 – 1960 και μέχρι ίσως το 1970, η θέση της κοπέλας στην αρβανίτικη κοινωνία του χωριού δεν ήταν εύκολη.


Δεν είναι πάντα το παρελθόν ρομαντικό κι όμορφο.


Βλέπω καμιά φορά αναρτήσεις στο φείσμπούκ με γιούκους με προικιά αλλά δεν μπορούμε να φανταστούμε τι πόνος και τι ξενύχτι ήταν στοιβαγμένος μαζί με τα ρούχα τα στρωσίδια και τα κεντίδια ενός τέτοιου γιούκου, χαρμόσυνου κατά τα άλλα. Τι προσδοκίες για μια καλή ζωή ήταν στοιβαγμένες πάνω στον γιούκο.


Προκαταλήψεις, σκοτεινές παραδόσεις, και άγνοια για βασικά θέματα ζωής και ανθρώπινης φυσιολογίας, δημιουργούσαν ένα πλαίσιο αποπνικτικό για την νέα γυναίκα εκείνης της εποχής. Η περίοδος, η έμμηνος ρύση, για παράδειγμα, ήταν μεγάλη ντροπή αντί ευλογία: η γυναίκα θεωρούνταν βρώμικη, δεν πήγαινε στην εκκλησία και δεν θεωρούνταν σωστό ακόμα και το . . . πλύσιμο. Δράμα.


Όσο για τον έρωτα, αυτό ήταν μέγα αμάρτημα υπό διωγμόν και η ενημέρωση περί τα σεξουαλικά ήταν εξοβελισταία. Με σιγανοψυθιρίσματα φιλενάδων ή από κάποιες πιο ελευθρόστομες παντρεμένες στις εργατιές ό, τι άκουγαν, μάθαιναν. Ο σύζυγος ήταν απόλυτη επιλογή του πατρός και η τελική συμφωνία για γάμο ερχόταν ως αποτέλεσμα σκληρών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις δύο οικογένειες του γαμπρού και της νύφης. Και μετά έρχονταν τα «ψώνια στην Αθήνα» οπόταν η διακόρευση της κοπέλας κι έπειτα η ζωή τα έβαζε όλα στην τάξη της και σε καδραρισμένες φωτογραφίες στους τοίχους.


Σε όλα αυτά, η κοπέλα δεν είχε κανέναν ρόλο παρά μόνον το χαμηλό βλέμμα την βραδιά του λογοδοσίματος, όταν θα σερβίριζε τους συμπεθέρους. Κι αν κάποια χώριζε; Ωιμέ την άμοιρη! Συνήθως θα εύρισκε άντρα σε άλλο χωριό διότι ποιος θα έπαιρνε μιαν . . . «κατεστραμμένη».


Ο θείος Γιώργης, ο γείτονας μας, είχε τρείς κόρες. Δεν είχε αγόρια. Εκείνον τον καιρό οι κοπέλες ήταν βάρος διότι έπρεπε ο πατέρας και η μάνα να φροντίσουν για την προίκα της κι αυτός είχε τρείς! Μπορεί για αυτό ο θείος Γιώργης να ήταν μονίμως θυμωμένος και άγριος. Δεν ήμασταν συγγενείς αλλά όπως λέγαμε τις γυναίκες «θεία» έτσι λέγαμε τους μεγάλους άνδρες «θειους». Τους αληθινούς θείους τους λέγαμε «μπάρμπα» και «μαπρμπάτσ’» πιο χαϊδευτικά.


Η μεγάλη κόρη του, η Βούλια, ήταν άριστη μαθήτρια και πανέμορφη. Στο σχολείο και περνούσε τις τάξεις σαν αέρας: άνετα κι εύκολα. Ο θείος ο Γιώργης όμως με το ζόρι κρατιόταν. Του έλειπαν τα παραγωγικά χέρια της Βούλιας . Ο θείος έκανε υπομονή, αν και μέσα του έβραζε, και την άφησε να πάει μέχρι την 6η Γυμνασίου (σημερινή 3η Λυκείου). Αλλά όχι κάθε μέρα «βρε τσι να θούα; Ώστε κένι διαγώνισμα εδε μουτ. Μενάτεν κέμι τ΄τριγισμ . Άιντε μμπλίδου μπάσκ, μος τ΄νίσ με βίτσ’ ν» (βρε τι μας λες; Ώστε έχετε διαγώνισμα και σκατά. Αύριο πρωί έχουμε να τρυγήσουμε. Συμμαζέψου μην σ’ αρχίσω με την βίτσα).


Κι η Βούλια, το αστέρι των Μαθηματικών, καλό κορίτσι, έσκυβε το κεφάλι και πήγαινε στο αμπέλι αχάραγα.


Ο καθηγητής των Μαθηματικών τόλμησε κάποτε να πει στον θείο ότι η Βούλια αξίζει να συνεχίσει τις σπουδές,  «είναι μαθηματικό μυαλό κύριε Γιώργο», αλλά πού ο θείος: «κοπίλιετ για π’ρ τ’ μαρτόνεν δε π’ρ πούν, νουκου γιαν π’ρ τ΄έτσεν νγκα δρόμ΄τ» (οι κοπέλες είναι για να παντρεύονται  και για δουλειά, δεν είναι να γυρίζουν στους δρόμους).


Ο θείος Γιώργης, μεγαλόσωμος, αθυρόστομος και με βροντώδη φωνή, ήταν μια μόνιμη εκπομπή απειλητικών μηνυμάτων βίας και σκληρότητας. Ποιος τολμούσε να του αντιμιλήσει;  Γύριζε από την συνάντηση με τον καθηγητή και διηγιόταν στο καφενείο την παλληκαρήσια στάση του: «γκιγκιουνι τσι μ’ θα άι μαλάκα καθηγητίου: τ’ λιέ βάιζαν τ’ σπουδάς. Βρε άι κίχου βρε χέρδε τσι τ΄μ’ μπ’σ κουμάντ’ τι νε βάιζαν τιμε. Ώστε ντο τε λλε΄βαίζ’ν τε βέτε νε Αθήν τ΄μπενετ πουτ’ν» (ακούστε τι μού είπε αυτός ο μ. . ας. ο καθηγτής: να αφήσω την κόρη μου να σπουδάσει. Βρέ άντε γ . . . βρε αρχ . . . που θα μού κάνεις κουμάντο στην κόρη μου. Ώστε να αφήσω το κορίτσι να πάει στην Αθήνα να γίνει πουτάνα) έλεγε τσαντισμένος ο θείος Γιώργης και κορδωνόταν  που αντιστάθηκε στην απόπειρα διαφθοράς.


Η γιαγιά μου «βίτσι» (βόδι) τον ανέβαζε «ντέρ» (γουρούνι) τον κατέβαζε και δεν τον χώνευε καθόλου.


Κι έτσι η Βούλια, άφησε την τελευταία τάξη Γυμνασίου στην μέση και δεν πήρε απολυτήριο γιατί εκείνη την χρονιά οι φακές είχαν χορτάρι και έπρεπε να τις σκαλίσει. Κι αντί να λύνει εξισώσεις, άρχισε τα θερίσματα και τα ζυμώματα.


Εκείνο το φθινόπωρο είχαν σκάσει τα βαμβάκια για τα καλά κι ήταν χαρά να τα μαζεύεις. Αφράτο το βαμβάκι ξεχείλιζε από την καρύκα και έβγαινε σαν αφρός. Μόνον όποιος έχει μαζέψει βαμβάκι μπορεί να εκτιμήσει αυτό που γράφω. Γέμιζαν γρήγορα οι ποδιές των γυναικών που τις άδειαζαν μετά σε μεγάλους σάκους διάσπαρτους στο χωράφι. Η Βούλια με τις αδελφές της και με κάποιες άλλες γυναίκες ήταν σκυμμένες στο μάζεμα. Ήταν μόνον γυναίκες στο χωράφι διότι «μπλίδιε μπουμπάκουτ για π΄ρ γκρατ δε ρουμό βρεστ'τ γιαν π΄ρ μπούρατ» (το μάζεμα του βαμβακιού είναι για τις γυναίκες ενώ το σκάψιμο του αμπελιού είναι για τους άντρες).


Η Βούλια όλον αυτόν τον καιρό δεν είχε σταματήσει να σκέφτεται το πώς θα πείσει τον πατέρα της να την αφήσει να συνεχίσει τις σπουδές. Τι μπορεί να σταματήσει το όνειρο μιας νέας κοπέλας;


Ήταν προχωρημένο απόγευμα κι ο ήλιος έγερνε προς τον Ελικώνα. Από μακριά φάνηκε να έρχεται ένα αυτοκίνητο μπροστά από ένα σύννεφο σκόνης. Το γνώρισαν: ήταν το ταξί του χωριού. Το ταξί πλησίασε και σταμάτησε κι από μέσα κατέβηκε ο θείος Γιώργης εμφανώς πιωμένος και γελαστός «τσι ρίνι γκρα. Ετσνι, βέμι νε κατούντ’. Μπ’μ γαμπρό» (τι καθόσαστε γυναίκες. Φύγετε, πάμε στο χωριό. Κάναμε γαμπρό).


Οι γυναίκες γύρισαν και κοίταξαν γελώντας την Βούλια. Ο θείος Γιώργης κοίταζε την Βούλια. Η θεία Μαριγώ, η μάνα της, οι αδελφές της κοίταζαν την Βούλια. Όλοι την Βούλια κοίταζαν.


«για σιουμ μιρ ντιάλ χωστιανίτ’ δε σ’ρμπεν νε Αμερικί. Ατιε καν μαγαζί π’ρ τ χασ’, σι ταβέρν. Μαρτ΄τ’ μόρτια. Σιουμ παρά τ’ θάσ’. Φαρε παρά σ’ ντο νγκα νέβε πο ου ο γιαπ τσα πακ» (είναι πολύ καλό παιδί, από τα Χώστια και δουλεύει στην Αμερική. Εκεί έχουν μαγαζί για να τρώει ο κόσμος, σαν ταβέρνα ένα πράμα. Σκέτη τρέλα. Πολλά λεφτά σού λέω. Δεν θέλει λεφτά (προίκα) από εμάς αλλά κάτι λίγα θα του δώσω) έλεγε ο θείος Γιώργης και τρέκλιζε ανάμεσα στις βαμβακιές. «Ντάρσμα ο μπένετ νε νιτρ’ν γιαβ ψε ντιάλι κα πουν ατιε νε Σικάγο εδε ντο τ’ μαρ Βούλιεν πασόε. Άντε βέμι ψε ο να έρδ΄ν συμπεθερ΄τ σόντε» (ο γάμος θα γίνει την ερχόμενη εβδομάδα γιατί το παιδί (ο γαμπρός) έχει δουλειά εκεί στο Σικάγο και θα πάρει την Βούλια μαζί του. Άντε πάμε γιατί θα μας έρθουν οι συμπέθεροι απόψε).


Οι γυναίκες πλησίασαν την Βούλια και την αγκάλιαζαν και τις έλεγαν ευχές και συχαρίκια κι αυτή είχε μείνει ακίνητη, ψηλή, πανέμορφη με μια ωχρή γκριμάτσα σαν χαμόγελο και σε κάποια στιγμή η μάνα της κοίταξε χαμηλά στο δεξί της χέρι που έσταζε αίμα και μέσα από τα δόντια της είπε «μόι ινταρ κουρ ουπρέσιε;» (κακομοίρα μου πότε κόπηκες;)


Κι ήταν τα νύχια της Βούλιας και μια κομμένη καρύκα μέσα σε μια γροθιά απόγνωσης  που είχαν χωθεί στην παλάμη της και την είχαν κόψει βαθιά κι έσταζε αυτό το αίμα της απελπισίας της στις τσακισμένες βαμβακιές.

Διάφορα