Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Σκέψεις για την επικείμενη Σύναξη των Δασκάλων


Η Επιτροπή Παιδείας του Δήμου μας αποφάσισε να πραγματοποιήσει Πανεκπαιδευτική Συνέλευση και την σχετική ανακοίνωση μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Παρόλο που αναφέρεται ότι «Αποφασίστηκε επίσης να συζητηθούν μόνο εκπαιδευτικά θέματα και σε καμιά περίπτωση συνδικαλιστικά», θα ήθελα οι σκέψεις που ακολουθούν να γίνουν και συνδικαλιστική διεκδίκηση. Διότι δεν νομίζω ότι «συνδικαλιστική διεκδίκηση» είναι μόνον η αύξηση των μισθών.

Κι έτσι σήμερα, διατυπώνω κάποιες σκέψεις μου, ως ανοικτή επιστολή προς του δασκάλους που εργάζονται στον Δήμο μας κι ελπίζω να συμβάλλουν στον προβληματισμό τους.

Ο δάσκαλος κάθε εκπαιδευτικής βαθμίδας έχει πολύτιμη αποστολή. Πάντα μου άρεσε αυτό που λέγεται ότι είχε πει ο Αλέξανδρος ο Μακεδών: «στους γονείς μου οφείλω το ζειν αλλά στους δασκάλους μου το ευ ζειν» προσδιορίζοντας έτσι τις διαφορετικές λειτουργίες γονιών και δασκάλων στην ανατροφή και στην εκπαίδευση των παιδιών μιας κοινωνίας.

Για πολλά χρόνια ο δάσκαλος και ο καθηγητής ήταν φιγούρες κύρους στα χωριά μας. Ήταν οι φορείς της γνώσης και ιδεολογίας του Κράτους. Μαζί με τον παπά (θρησκεία) και τον αστυνόμο (κατασταλτική βία) ήταν οι προσωποποιήσεις της Εξουσίας.

Παρόλο τον βαρυσήμαντο ρόλο τους και οι τρείς αυτές ειδικότητες των δημόσιων υπάλληλων,  δεν είχαν -και νομίζω ότι εξακολουθούν να μην έχουν- υψηλά εισοδήματα. Διότι η Εξουσία θέλει να του έχει πάντα πεινασμένους κι έτσι να τους έχει εξαρτημένους από αυτή, αναξιοπρεπείς και ευάλωτους και τελικά υπάκουα υποχείρια της.  

Οι δάσκαλοι  και οι καθηγητές που έρχονταν στο χωριό, ήταν πάντα σε οικονομική στέρηση. Για πολλά χρόνια δεν είχαν αυτοκίνητο, οπότε παρόλο που είμαστε κοντά στην Αθήνα, εκείνοι μόνοι νοίκιαζαν κάπου ένα δωμάτιο αν και η οικογένειά τους ζούσε αλλού. Ταλαιπωρία.  Τους δίναμε μερικές φορές ψωμί και κάνα αυγό, αν είχαν τα παιδιά μαζί τους όχι ως εξαγορά αλλά ως χειρονομία φιλοξενίας και συμπαράστασης.

Τους άνδρες δάσκαλους του προσφωνούσαμε πάντα Κύριε: κύριε Μίχα, Κύριε Καμούτση. Τις δασκάλες στο Δημοτικό τις προσφωνούσαμε με το μικρός τους όνομα: Κυρία Ελσα, κυρία Ιωάννα. Και στους δύο το «Κύριε» «Κυρία» ήταν με κεφαλαία γράμματα. Στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο λέγαμε μόνο τα επίθετά τους: κύριε Φλώρο, κυρία Αναγνωστοπούλου.

Πριν μερικά χρόνια κάποιος θείος μου ήταν στο νοσοκομείο κι εκεί ως αποκλειστική νοσοκόμο τα ξαδέλφια μου είχαν μια Ουκρανή. Η Ναταλία, το όνομα της Ουκρανής, ήταν γύρω στα πενήντα, καλοδιατηρημένη και είχε σπουδάσει τοπογράφος αλλά βρέθηκε να ξεσκατώνει γέρους στην Ελλάδα. Πιάσαμε κουβέντα και μου είπε ότι έπειτα από τρία χρόνια δουλειάς στην χώρα μας, θα πήγαινε στην πατρίδα της να δει τους δικούς της, τον γιό της και την . . . πρώτη της δασκάλα. Για την Ναταλία και τους άλλους μαθητές του, ο πρώτος δάσκαλος / δασκάλα ήταν κάτι σαν μέλος της οικογένειας της. Θα της πήγαινε δώρα και οπωσδήποτε λουλούδια. Ο δάσκαλος στην Ουκρανία ήταν πολύ σεβαστό πρόσωπο, σχεδόν θεσμός της κοινωνίας και κάθε μαθητής, σημείο αναφοράς στην ζωή του κάθε μαθητή του που, όπως η Ναταλία, επιδιώκει συχνά να τον επισκέπτεται και να τον ενημερώνει για την πρόοδο στην ζωή του.

Με την ευκαιρία αυτή, συνιστώ στους δασκάλους και καθηγητές το βιβλίο «Παιδαγωγικό Ποίημα» του Ουκρανού παιδαγωγού Μακαρένκο.

Λοιπόν, τα άκουγα όλα αυτά με θλίψη για το πώς εμείς εδώ φερόμαστε στους δασκάλους και καθηγητές.

Εδώ και πολλά χρόνια, ο λαϊκισμός, αν και καταγγελλόμενος από όλους, έχει κατακλύσει την δημόσια ζωή μας. Ο λαϊκισμός, ως κολακεία προς το άτομο πολίτη που επιδιώκει να τον δοξάσει για να τον υποτάξει καλύτερα. Διότι όταν φουσκώσει το εγώ του καθενός μας άντε μετά να ακούσει ο επηρμένος πολίτης – λαός, για πειθαρχία στους θεσμούς και υπακοή στους νόμους. Όταν ο Τσαρούχης έλεγε ότι στην Ελλάδα είσαι ότι δηλώνεις, έβλεπε ότι μπαίνουμε στην εποχή που αφού δηλώνω λαός, είμαι και η μικρή εξουσία μου. 

Σύμφωνα με το γράμμα του Συντάγματος κάθε εξουσία πηγάζει από τον Λαό αλλά δεν σημαίνει ότι ο έκαστος εξ ημών, ως λαός, είναι εξουσία. Ο νόμος είναι η εξουσία στην Δημοκρατία και είναι αυτός που νίκησε τελικά τους Πέρσες, όπως εξηγεί ο Αισχύλος.

Χαρακτηριστικό του λαϊκισμού είναι η ισοπέδωση των αξιών: όλοι είμαστε ίσοι όχι έναντι του νόμου μόνον αλλά και ως προς τις δεξιότητες, τα προσόντα, τις γνώσεις. Με τον τρόπο αυτό επιβιώνουν και τελικά επιβάλλουν την εξουσία τους οι «φελλοί», οι Κλέωνες ενώ ο Σωκράτης καταπίνει το κώνειο χωρίς να γίνεται συγκέντρωση  αγανακτισμένων έξω από το Δεσμωτήριο.

Έτσι, και η δημόσια παιδεία είναι και αυτή θύμα αυτού του λαϊκισμού. Όχι μόνον δεν υπάρχει αξιολόγηση και διάκριση των καλών δασκάλων αλλά καταργήθηκαν τα πρότυπα σχολεία για τους καλύτερους μαθητές. Επειδή μάθαμε ότι το δημόσιο χρήμα, αν και ελάχιστο, είναι χρήμα του λαού, άρα και του καθενός μας, απαιτούμε από τον δάσκαλο να είναι υποτακτικός του γονιού – λαού, κυριάρχου της Δημοκρατίας και δικην φεουδαρχου τινός που επιλέγει και πληρώνει τον παιδαγωγό του τέκνου του, να κάνει ό,τι εμείς οι ημιμαθείς γονείς απαιτούμε με  νεοπλουτίστικη αγένεια.

Οι γονείς αφού κάπου σπούδασαν ή αφού παρακολούθησαν τηλεόραση –αλλά όχι την Εκπαιδευτική- θεωρούν εαυτούς παιδαγωγούς και απαιτούν από τους δασκάλους να εφαρμόζουν στους κανακάρηδες τους ειδικές μεθόδους. Η ασχετοσύνη και κάποια αίσθηση κυριαρχίας και καταναλωτισμού, τους κάνει να συμπεριφέρονται στους δάσκαλους χωρίς σεβασμό και δεν είναι σπάνιες βιαιότητες που έχω ήδη σχολιάσει εδώ και που είναι δείγματα κοινωνικής αποσύνθεσης.

Οι δάσκαλοι, από το άλλο μέρος, αφέθηκαν σε μια κατάσταση υποβάθμισης του ρόλου τους και μετατροπής τους σε παρόχους διαδιακτικών υπηρεσιών όλο και πιο χαμηλής ποιότητας, με μόνη επιδίωξη την αμοιβή τους, είτε την επίσημη είτε την άλλη, την «μαύρη», του ιδιαίτερου μαθήματος.

Ήδη από τις Παιδαγωγικές σχολές δεν υπάρχει καμία μέριμνα για να ξεχωρίσει και να αναδειχθεί το λειτούργημα του Δάσκαλου. Το πτυχίο θεωρείται όργανο επαγγελματικής αποκατάστασης, όπως σε κάθε επάγγελμα και δεν υπάρχει ιδιαίτερη αξιολόγηση για τον παιδαγωγό. Κι έτσι επαφίεται στο φιλότιμο του κάθε εκπαιδευτικού και στο ατομικό του όραμα ζωής να γίνει δάσκαλος, το να αφιερώνει χρόνο και προσπάθεια για να γίνεται καλύτερος. Η αύξηση των μισθών θα κάνει πιο εύκολο τον ρόλο του αλλά δεν θα τον κάνει πλούσιο. Εύπορο θα τον κάνει το «μαύρο χρήμα» της παραπαιδείας αλλά έτσι κάνει εύπορους η κοινωνίας μας σε όλα τα επαγγέλματα!

Όμως δεν είναι η αύξηση των αμοιβών που θα κάνει τον δάσκαλο να γίνει καλύτερος. Είναι το καλύτερο σχολείο, ως παραγωγικός θεσμός, που θα κάνει το δάσκαλο να θέλει να γίνεται καλύτερος.
 
Χωρίς να γνωρίζω λεπτομέρειες, νομίζω ότι οι δάσκαλοι δεν αντέδρασαν σε ένα σύστημα συνδικαλιστικής συν-διαχείρησης και μικρο-εξυπηρετήσεων (άτυπης συμφωνίας όλων των κομματικών παρατάξεων) που δημιουργήθηκε όλα αυτά τα μεταπολιτευτιά χρόνια. Μπορεί να ξεκίνησε με καλές συνδικαλιστικές προθέσεις αλλά σήμερα τους δάσκαλους και τους καθηγητές τους φιμώνει και τους εξευτελίζει δια των μικρών αλλά σημαντικών εξυπηρετήσεων (μεταθέσεις κοντά στον τόπο κατοικίας, κλπ) που τους προσφέρει .

Ε, καιρός είναι εκείνοι να αντιδράσουν και με νέες μορφές συλλογικότητας να προβάλλουν τις δικές τους προτάσεις αξιοπρέπειας.

Σίγουρα πάντως όλοι μας, δάσκαλοι και γονείς, αφεθήκαμε σε έναν επιφανειακό οικονομισμό και το αίτημα «αύξηση των δαπανών για την παιδεία» έχει ισχύ διαχρονικού συνθήματος. Αλλά δεν είναι μόνο τα λεφτά τελικά. Οπωσδήποτε χρειάζονται και αυτά, αλλά είναι κι άλλα, πιο σημαντικά κατά την γνώμη μου, που χρειαζόμαστε όλοι μας.

Βέβαια συχνά, όσοι από εμάς έχουν ευαισθησίες για το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, απαιτούμε από τον δάσκαλο να είναι ένας «ιδεαλιστής» σχεδόν κοσμοκαλόγερος να τα δίνει όλα στην αποστολή του και να είναι υπεράνω μισθών και άλλων οικονομικής φύσεως προβλημάτων. Προφανώς και δεν είναι έτσι αλλά εμάς, μάς βολεύει να αναθέτουμε δύσκολες αποστολές σε άλλους –τους δάσκαλους εν προκειμένω- για να τους ρίξουμε μετά το ανάθεμα για την αποτυχία είτε να τους κάνουμε ήρωες αλλά αφού έχουν υπάρξει επί μακρόν θύματα στο μεταξύ.

Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι σήμερα ο δάσκαλος πρέπει να κάνει προσπάθεια προς δύο κατευθύνσεις:
  • να φέρει την κοινωνία πιο κοντά στον δάσκαλο και στο σχολείο, στον χώρο δηλαδή που καλλιεργούνται και αναπαράγονται οι αξίες της.  
  • να ανοιχτεί ο ίδιος ως πολίτης και ως λειτουργός περισσότερο στην κοινωνία και μαζί του να ανοίξει και το σχολείο προς την κοινωνία και τις ανάγκες της.
Ο δάσκαλος, ως λειτουργός, έχει προσωπικές ανάγκες εξέλιξης κι ανάπτυξης της προσωπικότητας του. Πρέπει να μαθαίνει και να μετατρέπει την ζώσα εμπειρία της διδασκαλίας σε σοφία διδαχής. Θεωρητικά αυτή θα έπρεπε να είναι η αποστολή ενός συστήματος αξιολόγησης του έργου του κάθε δάσκαλου χωριστά και κάθε σχολείου συνολικά.

Η δημοκρατία ως λειτούργημα απαιτεί την ομαδική εργασία. Σήμερα το σχολείο έχοντας μετατραπεί σε προ-εξεταστικό κέντρο για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ οπότε αντικειμενικά καλλιεργεί τον ατομισμό στους μαθητές.

Οι δάσκαλοι μπορούν και πρέπει να προσπαθήσουν να αναπτύξουν και για του ίδιους συλλογικές δράσεις στις οποίες και οι ίδιοι θα μετέχουν και θα δίνουν ζωντανά παραδείγματα του πως πρέπει να ζει και να αγωνίζεται κάποιος. Δράσεις που και τους ίδιους ως άτομα ενδιαφέρουν και χαίρονται να ασκούν. Εάν δεν υπάρχει ευχαρίστηση, τότε θα είναι αγγαρεία και η αποτυχία είναι εξασφαλισμένη.

Να τι μπορούν να προσπαθήσουν: Θεατρικές παραστάσεις με αφορμή εθνικές γιορτές, ποιητικές συναντήσεις, χορωδιακές εκδηλώσεις, ξεναγήσεις σε αρχαιολογικούς τόπους, αθλητικούς αγώνες, ορειβατικές εξορμήσεις, οργάνωση μαθητικών ομάδων μελέτης ή και απλής καταγραφής προβλημάτων των κοινωνιών μας (γεωργικά θέματα, λαογραφικά, οικονομικά, ρύπανση περιβάλλοντος, ανακύκλωση), διαδικτυακές μορφές επικοινωνίας (μπλογκ, ιστολόγια, εφημερίδες), συμμετοχή σε διαγωνσιμούς μαθηματικών, φυσικής, χημείας, ρητορικής (!), και άλλα τόσα όσα η δημιουργικότητα του δάσκαλου προκαλέσει.

Τέτοια πράγματα μπορούν να οργανωθούν και να υλοποιηθούν και τα χρήματα μάλλον μπορούν να βρεθούν. Και για τα παιδιά αλλά και για τους γονείς. Και με τα παιδιά αλλά και με τους γονείς, για να επεκταθεί η παιδαγωγική δράση και στους πολύξερους γονείς!

Εύκολα; Όχι βέβαια! Αδύνατο πάντως, εάν λείπει το περίσσευμα ψυχής στον παιδαγωγό.

Υπάρχει όμως και άλλος λόγος για να γίνουν αυτά, συνδικαλιστικώς υστερόβουλος: κάθε εκδήλωση – προσφορά προς την κοινωνία, είναι βέβαιο ότι κτίζει δεσμούς και ενισχύει την θετική εικόνα του δάσκαλου.

Εάν ο δάσκαλος, ο κάθε συγκεκριμένος δάσκαλος, μπορέσει να προβάλει τον εαυτό του ως τον πνευματικό άνθρωπο που συμμετέχει στις εκφάνσεις της ζωή της κοινωνίας και του σχολείου της, τότε θα μπορέσει πιο εύκολα να δημιουργήσεις τους απαραίτητους δεσμούς αλληλεγγύης με εμάς όταν έρθει η ώρα του συνδικαλιστικού του αγώνα. Δεν θα είναι ένας ακόμα συνδιακλιστικός αγώνας δημοσίων υπαλλήλων αλλά η προσπάθεια  πνευματικών ταγών για την αναβάθμιση του μέλλοντος της κοινωνίας μας. Των παιδιών μας.

1 σχόλιο:

  1. Χωρίς να γνωρίζω λεπτομέρειες, νομίζω ότι οι δάσκαλοι δεν αντέδρασαν σε ένα σύστημα συνδικαλιστικής συν-διαχείρησης και μικρο-εξυπηρετήσεων (άτυπης συμφωνίας όλων των κομματικών παρατάξεων) που δημιουργήθηκε όλα αυτά τα μεταπολιτευτιά χρόνια. ΟΧΙ ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΛΛΑ ΑΠΟ ΤΟ 1981 ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΑΣΥΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Διάφορα