Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Τι να ψηφίσω ρε γαμώτο;



Ο καθένας μας έχει διαμορφωμένη μια εικόνα του κόσμου και κάποιες αξίες με τις οποίες ζει τη ζωή του. Συμφωνώ, ότι είναι άκρως περίπλοκο το πως διαμορφώνονται οι αξίες και τα πιστεύω αυτά, αλλά εν πάση περιπτώσει υπάρχουν, ανομολόγητα ή μη, και ο κάθε πολίτης θέλει να ενεργεί σύμφωνα με αυτά. Τότε μόνο είναι καλά με τον εαυτό του.

Αυτό ισχύει όταν πρόκειται ο καθένας να αποφασίσει κάτι σημαντικό, όπως τώρα για Δήμαρχο, Περιφερειάρχη ή και για Ευρωβουλευτή –αν και για τον τελευταίο πιο πολύ ως εθνική καταμέτρηση κομματικών προτιμήσεων φαίνεται.

Όταν λοιπόν πρόκειται να ψηφίσει, επιλέγει εκείνο το πολιτικό κόμμα ή τον υποψήφιο του οποίου η εικόνα ταιριάζει κάπως με τις πεποιθήσεις του.

Μιλώ για «εικόνα», διότι, πρώτον, ο κάθε πολίτης δεν κάθεται να διαβάσει και να μελετήσει τα εκλογικά προγράμματα και τις διακηρύξεις και δηλώσεις των υποψηφίων αλλά αρκείται σε ότι τα διάφορα μέσα μαζικής επικοινωνίας και προπαγάνδας του παρουσιάζουν ή από όσα οι γνωστοί και οι φίλοι του λένε.

Δεύτερον όμως, ο κάθε ψηφοφόρος αφήνεται σε ένα είδος «φενακισμένης εμπιστοσύνης»: δηλαδή θέλει βαθιά μέσα του να γίνουν αυτά τα ωραία που του νομίζει ότι λέει ο κόμμα ή ο υποψήφιος που θα επιλέξει αν και ξέρει όμως ότι όλοι λένε ψέματα. Όχι ότι οι βουλευτές και οι λογής υποψήφιοι ψεύδονται συνειδητά –διάολε είναι σοβαροί άνθρωποι- αλλά διότι κι αυτοί αφήνονται στην προσδοκία των λόγων και των σχεδίων που μεγαλόστομα ανακοινώνουν και είναι προετοιμασμένοι να δεχτούν ότι «σίγουρα θα φταίει κάτι άλλο, απρόβλεπτο και πανίσχυρο» -που τα κομματικά επιτελεία και οι διαφημιστές θα προβάλλουν εντέχνως- όταν όλα τούτα τα προεκλογικά δεν γίνουν ή γίνουν άλλα χειρότερα. Σπανίως θα φταίει το κομματικό επιτελείο.

Εξάλλου, οι υποψήφιοι είναι οι καλύτεροι από τους ψηφοφόρους τους, έτσι; Σκεφτείτε το πριν αντιδράσετε με βδελυγμία.

Δημιουργείται έτσι διαχρονικά μια ταύτιση ψηφοφόρων με τους πολιτικούς εκπροσώπους (βουλευτές, δημάρχους, περιφερειάρχες, κλπ.) κι αυτός ο μηχανισμός ταύτισης είναι πολύ ισχυρός. 

Για πολλούς από εμάς είναι μέρος της οικογενειακής ιστορίας και παράδοσης. Ψηφίζουμε κάτι επειδή πάντα έτσι γινόταν στην οικογένεια μας ή διότι έτσι κάνουμε εδώ και χρόνια. Τέλος.  

Αυτό ισχύει σίγουρα για τους ψηφοφόρους των κομμάτων εξουσίας αλλά ισχύει και για τους Αριστερούς. Όχι μόνο διότι κι αυτοί έκαναν ανάλογα εκεί όπου άσκησαν μερικώς εξουσία (σε Δήμους, Κοινότητες, Συνεταιρισμούς, κλπ.) αλλά σε ένα άλλο επίπεδο: αυτό των οραμάτων και των κινημάτων γενικώς. Το ερώτημα «τι κοινωνία αγωνιζόμαστε  να δημιουργήσουμε» ή το «τι είναι η σοσιαλιστική κοινωνία που θέλουμε» παραμένει νεφέλωμα και ιδεοληψία. Μάλιστα, πρόσφατα ακούγεται όλο και πιο πολύ ως επιχείρημα για το γιατί κάποιος να θέλει να έρθει στην κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, το ότι «σίγουρα οι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είναι χειρότεροι από τους άλλους»!

Οπότε, αν όλοι έχουν διαμορφωμένες απόψεις, τι νόημα έχει μια πολιτική συζήτηση; Αν δηλαδή ο καθένας θα υποστηρίξει έτσι κι αλλιώς εκείνο που έχει ήδη αποφασίσει για λόγους που ούτε κι αυτός δεν ξέρει, η λεγόμενη συζήτηση εξελίσσεται σε διάλογο κουφών και σε παρουσίαση θεωριών μικρών και μεγάλων συνωμοσιών  ή σε προσωπικά εμπειρικά δεδομένα που κανείς δεν μπορεί να επιβεβαιώσει.

Οι συνειδήσεις προφανώς δεν αλλάζουν έτσι αλλά τουλάχιστον πρέπει να προκληθεί κάποιος προβληματισμός. Υπάρχουν μερικοί χαρισματικοί που παρουσιάζουν επιχειρήματα με ρυθμό πολυβόλου. Μιλάνε ορμητικά κι ωραία και δεν μπορείς να αντισταθείς στην λογική που εκθέτουν. Ίσως διότι αγνοείς τις πληροφορίες ή γιατί απλώς δεν ξέρεις το συγκεκριμένο θέμα. Πιθανόν ούτε ο ρήτορας το γνωρίζει, αλλά η αυτοπεποίθηση του είναι τέτοια που –λες- δεν μπορεί κάποιο δίκιο θα έχει.

Μου ΄χει τύχει να παρευρεθώ σε μια τέτοια συζήτηση. Πριν επικρατήσει σιωπή –διότι αυτό θα συμβεί σε λίγο όταν ο έχων την ρητορική δεινότητα κατατροπώσει το κοινό του- δεν έχω ακούσει την απλή φράση «σε άκουσα, ήσουν πολύ καλός να εκθέσεις την άποψη σου, και μπράβο σου, όμως δεν με έπεισες, θέλω κάποιο χρόνο για να σκεφτώ και να μελετήσω αυτά που άκουσα και θα επανέλθω». Κάτι τέτοιο θα ήταν καταπληκτικό! Θα άνοιγε τους ορίζοντες μας και θα μας έκανε όλους σοφότερους. Θα μαθαίναμε όλοι μας κάτι παραπάνω, θα ανοίγαμε κάνα βιβλίο και δόξα στο γκουγκλ  και τη βικιπήντια θα μπορούσαμε να επιβεβαιώσουμε κάποια πράγματα με ψυχραιμία και ηρεμία.

Όμως δεν το κάνουμε και προτιμάμε να καταφύγουμε στην δύναμη της φωνής μας ως ύστατο επιχείρημα ή στην ειρωνεία ή στην σιωπή. Κι αυτή η σιωπή δυναμώνει μέσα μας και γίνεται αδιαφορία και κυνισμός.

Έχουμε όλοι καταλάβει ότι το πολιτικό στερέωμα είναι εντελώς ρευστό. Πολιτικές αξίες όλης της λεγόμενης περιόδου της Μεταπολίτευσης, έχουν αλλοιωθεί αλλά υπάρχουν. Μιλάμε ακόμα με όρους «δεξιά» «αριστερά» «κέντρο» και τους συνδυασμούς τους, χωρίς να μπορούμε εύκολα να δώσουμε περιεχόμενο στις έννοιες αυτές.

Μέχρι και το 1989, ειδικά για τους Αριστερούς, υπήρχε μια μανιχαιστική προσέγγιση (άσπρο – μαύρο, φως-σκοτάδι) της πολιτικής κατάταξης: υπήρχε η ΝΔ που είναι η Δεξιά, το ΠΑΣΟΚ που ήταν η Σοσιαλδημοκρατία (η εξέλιξη του παλιού Κέντρου) και η Αριστερά όπου κυριαρχούσε το ΚΚΕ. Οι διαφοροποιήσεις ήταν ανεκτές εντός αυτών των πολιτικών σχηματισμών εντός ορισμένων πολιτικών ορίων και συγκυρίας. Συνήθως πριν τις εκλογές υπήρχαν κάποιες προσχωρήσεις ή συνεργασίες αλλά τίποτα ουσιαστικό.

Τα τελευταία χρόνια όμως και ειδικά από το 2010 και μετά, η οικονομική κρίση έχει προκαλέσει μια κρίση αξιών γενικών οπότε και των πολιτικών αιών και οραμάτων.  Ούτε ξεκαθαρίστηκαν οι λογαριασμοί με τα πολιτικά οράματα που στηρίζονταν στις λεγόμενες Σοσιαλιστικές  χώρες που κατέρρευσαν στις αρχές τις δεκαετίας 1990 – 2000.

Στον κουρνιαχτό όλων αυτών των καταρρεύσεων, αντί να αναπτυχθεί ένας εκ του μηδενός δημιουργικός προβληματισμός για το τι πρέπει να γίνει με μπόλικη αυτοκριτική, θεωρήθηκε πιο εύκολο και βολικό για τις κομματικές ηγεσίες να δημιουργήσουν καινούργια δίπολα και διλήμματα: «μνημόνιο – αντιμνημόνιο», «ή εμείς ή αυτοί», κλπ. 

Και μέσα σ’ όλα αυτά εμφανίστηκαν και απόψεις που είχαμε ξεχάσει, όπως φασιστικές και ναζιστικές. Το πιο ανησυχητικό όμως για αυτές τις τελευταίες είναι ότι δαιμονοποιούνται κι εξορκίζονται αλλά δεν γίνεται καμία προσπάθεια ουσιαστικής κατανόησης και συζήτησης. Αντίθετα, καταγράφονται ως δεδομένες (και δημοσκοπικώς) κι εντάσσονται στους κομματικούς σχεδιασμούς για τις εκλογές!

Κι εμείς οι υποτίθεται σκεπτόμενοι τι κάνουμε; Πως ενεργούμε σε τούτο το τοπίο όπου οι κραυγές τείνουν να σκεπάσουν τη λογική;

Η πρόταση του ΕΡΜΟΥ ΚΑΣΤΡΙΩΤΗ σε όλους εσάς που σας απασχολεί το τι θα ψηφίσετε, είναι να ενισχύσετε εκείνες τις φωνές που έστω κι αν δεν το κάνουν πλήρως, ισχυρίζονται πως θέλουν να συζητάνε και προκρίνουν την ανεκτικότητα και τον συμβιβασμό από την ανθρωποφαγία και το κλίμα «νυν υπέρ πάντων ο αγών».

Καμία ψήφος δεν είναι χαμένη ειδικά στις Ευρωεκλογές. Καμία μεμονωμένη ψήφος επίσης δεν αλλάζει τον κόσμο, οπότε μην αγχώνεστε. Κι από την Δευτέρα, τα προβλήματα εδώ θα είναι. Το θέμα είναι να είμαστε όλοι μας επίσης εδώ και να μπορούμε να μιλήσουμε καλύτερα, ενεργοί και φιλομαθείς, ανεκτικοί και μετριόφρονες και κυρίως με την βεβαιότητα ότι κανείς δεν μπορεί να κατέχει την μία και μοναδική λύση διότι κάτι τέτοιο δεν υπάρχει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διάφορα