Τετάρτη 12 Ιουλίου 2023

 

Ηλεκτρικό θέλουμε αλλά πού θα το βρούμε;


Ηλεκτρικό θέλουμε αλλά πού θα το βρούμε;
Στο χωριό μας το ηλεκτρικό ρεύμα ήρθε περίπου στα 1960. Ήταν βραδάκι κι άρχισαν να ανάβουν τα φώτα στην αρχή στο Κασκαβέλι και μετά σε εμάς. Οι πατεράδες μας έμειναν έκπληκτοί: η νύχτα έγινε μέρα με το πάτημα ενός κουμπιού! Πάνε τα λυχνάρια και οι λάμπες πετρελαίου.
Μετά, ήρθαν οι ηλεκτρικές συσκευές για το μαγείρεμα, το ηλεκτρικό σίδερο, το πλυντήριο και όλες οι σχετικές οικιακές συσκευές που έκαναν την ζωή των μανάδων μας πιο εύκολη.
Η μεγάλη αλλαγή όμως έγινε στα περιβόλια όπου εισέβαλαν οι ηλεκτρικές αντλίες (πομόνες) για το πότισμα στα χωράφια. Οι παλιές πετρελαιομηχανές αντικαταστάθηκαν με καινούργιες κι όλα ήταν τόσο απλά και καθαρά. Πραγματική επανάσταση εκείνον τον καιρό!
Το πως γινόταν αυτό, το πως δηλαδή άναβε η λάμπα στο σπίτι ή λειτουργούσε η αντλία στο πηγάδι, δεν νομίζω ότι απασχόλησε ποτέ κανέναν. Όταν για διάφορους λόγους γινόταν «διακοπή» δεν μας άρεσε και τηλεφωνούσαμε στην ΔΕΗ στην Θήβα για να μας πουν πότε θα «έρθει το ρεύμα».
Αυτή ήταν η πρώτη περίοδος εξηλεκτρισμού της οικονομίας κι έγινε δυνατόν ένεκα της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ). Κανείς άλλος εκτός του Κράτους, δεν μπορούσε στην μεταπολεμική Ελλάδα να αντέξει το μέγεθος των επενδύσεων σε ορυχεία λιγνίτη ή τεράστια φράγματα για υδροηλεκτρικά εργοστάσια, σε γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας υψηλή τάσης, σε δίκτυα στις πόλεις και στα χωριά. Κάποτε ίσως γραφεί η εντυπωσιακή ιστορία της ΔΕΗ αλλά μέχρι τότε ας μείνουμε στα φαινόμενα και στα γεγονότα.
Πριν την ΔΕΗ, υπήρχαν στις πόλεις τοπικές εταιρείες ηλεκτρισμού που είχαν γεννήτριες με πετρέλαιο. Σχεδόν όλες αυτές τις εξαγόρασε η ΔΕΗ κι έγινε η μεγάλη και μόνη παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα. Και χάρη στην ΔΕΗ η Ελλάδα έγινε σύγχρονη κοινωνία!
Το θέμα του εξηλεκτρισμού των κοινωνιών είχε εντυπωσιάσει τον Λένιν που στις πρώτες ημέρες της επανάστασης των Μπολσεβίκων στην Ρωσία στα 1920 περίπου, είχε διατυπώσει την περίφημη εξίσωση: εξηλεκτρισμός + εξουσία των Σοβιέτ = κομμουνισμός! Όπου «κομμουνισμός» ήταν η τέλεια κοινωνία κλπ., κλπ. Πολλά χρόνια μετά, στα ίδια αχνάρια βαδίζουμε: η βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας στηρίζεται στον εξηλεκτρισμό των κοινωνιών μας αλλά η "τέλεια" κοινωνία μάλλον αργεί. Το κομμουνιστικό όραμα εξέλιπε, αλλά η ανάγκη για ηλεκτρική ενέργεια όχι.
Η άγνοια μας όμως για το «ηλεκτρικό» μάλλον συνεχίζεται. Για να είμαστε ειλικρινείς, ούτε θα μας ένοιαζε, αλλά ενέσκηψε η λεγόμενη «ενεργειακή κρίση» κι είδαμε τους λογαριασμούς τους ρεύματος να . . . απογειώνονται κι αρχίσαμε να ρωτάμε τι και πως.
Ο κλάδος της ενέργειας από το 2000 αλλάζει διαρκώς και μάλλον αθορύβως. Μόνον οι «ειδικοί» παρακολουθούν τις σχετικές εξελίξεις. Ακόμα και τα πολιτικά κόμματα απλώς . . . παρακολουθούν αν και το θέμα της ενέργειας είναι ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΘΕΜΑ διότι η ενέργεια υπάρχει σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Εκ φύσεως δηλαδή πρέπει να μας ενδιαφερει όλους!
Πριν από την κρίση, είχαν αρχίσει να υψώνονται ανεμογεννήτριες με μεγάλα φτερά στις κορυφές γύρω μας και μετά άρχισαν να μπαίνουν τα «γυαλιά» των φωτοβολταϊκών στα χωράφια. Περίεργα πράγματα, ακούγαμε διάφορά και καταλαβαίναμε ακόμα πιο λίγα. Ακούγεται, για παράδειγμα, ότι με τα φωτοβολταϊκά θα γεμίσει ο κάμπος «γυαλιά» που μπορεί να αλλάξουν το μικροκλίμα. Ή δεν θα μπορούμε πια να καλλιεργούμε την γη, οπότε θα πεθάνουμε από την πείνα. Τώρα με τις φωτιές ακούγεται ότι οι φωτιές μπαίνουν από αυτούς που θα βάλουν ανεμογεννήτριες ή φωτοβολταϊκά.
Κάθε άποψη είναι σεβαστή αλλά και συζητήσιμη. Ανάλογα με την όρεξη, εδώ όλα τα συζητάμε, χωρίς φανατισμό με επιχειρήματα.
Ας ξεκινήσω με μερικές βασικές πληροφορίες για την ηλεκτρική ενέργεια και τα φωτοβολταϊκά. Συνεχίζω μια συζήτηση με αγαπημένο φίλο που εξέφρασε τον φόβο ότι οι κάμποι θα γεμίζουν με «γυαλιά» φωτοβολταϊκών στοιχείων που ως εικόνα είναι τρομακτική προφανώς.
Λοιπόν κάθε σπιτικό στο χωριό μας χρειάζεται ηλεκτρική ενέργεια: για να δουλέψει το φωτιστικό ή το μίξερ, πατάς το κουμπί ή το βάζει στην πρίζα. Η ηλεκτρική ενέργεια είναι στην πρίζα!
Την ενέργεια την μετράμε σε κιλοβατώρες (kwh στην παρένθεση θα σού δίνω το διεθνές σύμβολο για τον όρο που αναφέρω). Στον λογαριασμό του ηλεκτρικού φαίνεται η κατανάλωση που κάνει κάθε σπίτι και την οποία πληρώνει. Βέβαια, μαζί με την ηλεκτρική ενέργεια, στον λογαριασμό υπάρχουν κι άλλες χρεώσεις αλλά αυτό ας μην το συζητήσουμε τώρα.
Κάθε ελληνικό σπιτικό λοιπόν χρειάζεται περίπου 15.000 κιλοβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας κάθε χρόνο. Τι σημαίνει αυτό ως προς την παραγωγή αυτής της ενέργειας;
Είσαι εξοικειωμένος με μηχανές, όπως ένα αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο ας πούμε, κινείται όταν η μηχανή του λειτουργεί και η οποία μηχανή έχει ισχύ 120 ίππους (HP) ή σε μια πιο γνωστή μονάδα, 90 κιλοβάτ (kw).
Λοιπόν, το αυτοκίνητο σου αυτό αν το έβαζες «εμπρός» να δουλεύει 145 ημέρες για 24 ώρες ανά ημέρα, θα σού έδινε την ενέργεια που χρειάζεται το σπίτι σου.
Την ίδια ακριβώς ενέργεια σού δίνει και ένα φωτοβολταϊκό σύστημα που χρειάζεται έκταση 100 τετραγωνικά μέτρα.
Δηλαδή για το χωριό μας, που έχει 1.000 κατοίκους, χρειαζόμαστε μίαν έκταση περίπου 100 στρεμμάτων. Ο κάμπος που έχει το χωριό μας είναι 5.000 στρέμματα. Δηλαδή μας μένουν 4.900 στρέμματα για να καλλιεργούμε . . .
Εντάξει, είναι περίπου έτσι και για αυτό δεν έχουμε βάλει όλοι μας στις στέγες φωτοβολταϊκά. Αλλά προς τα εκεί πάμε!
Επειδή λοιπόν το θέμα της ενέργειας είναι ΠΟΛΙΤΙΚΟ θέμα δεν πρέπει να το αφήσουμε στους «ειδικούς» και στους «τεχνοκράτες». Πρέπει να το καταλάβουμε και να συνεννοηθούμε για το τι πρέπει να κάνουμε για να βελτιώσουμε την ζωή μας.
Τα μέρη μιας τέτοιας συζήτησης θα μπορούσαν να είναι:
1. Τι είναι η ενέργεια; Τι είναι τα ορυκτά καύσιμα και τι είναι ο ηλεκτρισμός;
2. Γιατί να μην καίμε ξύλα του Ελικώνα για να ζεσταινόμαστε;
3. Πως παράγεται σήμερα η ηλεκτρική ενέργεια στην Ελλάδα;
4. Τί είναι η ΔΕΗ, ο ΑΔΜΗΕ, ο ΔΕΔΔΗΕ, η ΡΑΕ, το Χρηματιστήριο Ενέργειας κι όλα τα σχετικά ονόματα που ακούγονται σε σχέση με την ενέργεια;
5. Το ρόλο παίζει το Υπουργείο Ενέργειας;
6. Πότε θα βάλουν ανεμογεννήτρια στην Ακρόπολη;
7. Θα γεμίσει ο Κορινθιακός με φωτοβολταϊκά;
8. Πως διαμορφώνεται η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας;
9. Μπορούμε να έχουμε τζάμπα ηλεκτρική ενέργεια;
. . . ό,τι άλλο θέλεις!

Τρίτη 30 Μαΐου 2023

 

Ομιλία αποφοίτησής σε ένα λύκειο στην Σάμο


«Αγαπητοί φίλοι, διευθυντή, καθηγητές, καλεσμένοι. Θα ήθελα κατ’ αρχάς να σας ευχαριστήσω που βρίσκεστε εδώ. Με αφορμή το τέλος της σχολικής χρονιάς και την αποφοίτησή μας και καθώς ο καθένας από μας θα ακολουθήσει το δικό του ξεχωριστό δρόμο θα προσπαθήσω να σας εξιστορήσω τη δική μου οδύσσεια από την αναχώρησή μου από τη Γουινέα μέχρι την άφιξή μου στην Ελλάδα. Θα σας μιλήσω για την διαδρομή που ακολούθησα, για τις χώρες από τις οποίες χρειάστηκε να περάσω μέχρι να φτάσω στη νέα μου πατρίδα, που τότε ακόμα δεν ήξερα ότι θα γίνει πατρίδα μου και σπίτι μου. Θα σας μιλήσω ακόμα και για τα προβλήματα που αντιμετώπισα στο παλιό κάμπ και τις δυσκολίες έως ότου ενταχθώ στην κοινωνία της Σάμου.

Ο δρόμος της προσφυγιάς ήταν ή είναι σκληρός ερχόμενος από τη Γουινέα δέχτηκα επίθεση από ληστές, είδα ανθρώπους να πεθαίνουν από την εξάντληση της ατελείωτης πορείας, παιδιά που δεν κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν τα όνειρα τους όπως μπορούμε εμείς σήμερα. Όταν έφτασα στην Τουρκία μπήκα αμέσως στο νοσοκομείο γιατί ήμουν κι εγώ αποκαμωμένος από το δρόμο. Έμεινα λοιπόν στην Τουρκία λίγους μήνες και στη συνέχεια ήρθα στην Ελλάδα. Γιατί όμως ήρθα στην Ελλάδα από την Τουρκία; και αποφάσισα να μείνω σ’ αυτή τη χώρα;

Όταν βγήκα λοιπόν από το νοσοκομείο και θέλησα να γραφτώ στο σχολείο, κατάλαβα ότι δεν γινόταν γιατί η εκπαίδευση στην Τουρκία δεν είναι δωρεάν κι εγώ δεν είχα χρήματα για να πληρώσω δίδακτρα. Όμως στην Γουινέα πήγαινα κανονικά σε σχολείο μεχρί και το θάνατο των γονιών μου. Ήταν μια ανάγκη που είχα. Εξίσου σημαντική με την ανάγκη της επιβίωσης. Είχα κι έχω πάντα δίψα για μάθηση. Αυτά τα όνειρα είχα φτάνοντας στην Ελλάδα. Και πίστευα πως η διαδικασία (μου) με τα χαρτιά δεν θα καθυστερούσε.

Νόμιζα πως σε σύντομο χρονικό διάστημα θα έπαιρνα το άσυλο δεδομένου ότι ήμουν ανήλικος και μάλιστα ασυνόδευτος. Όμως η διαδικασία συνεχώς αργούσε. Κι εγώ εξακολουθούσα περιμένοντας τα χαρτιά μου να ζω σε άθλιες συνθήκες στο καμπ. Με τις συνεχείς απορρίψεις των αιτημάτων ασύλου έπρεπε να φύγω από το καμπ για να μπορέσω να γραφτώ στο σχολείο. είχε έρθει η ώρα να πάρω την ζωή μου στα χέρια μου. Μου φαινόταν χάσιμο χρόνου να περιμένω ένα χαρτί το οποίο δεν ήξερα αν και πότε θα μπορούσα να αποκτήσω.

Όταν λοιπόν γράφτηκα στο Γενικό λύκειο Σάμου, εσείς μου σταθήκατε σε όλες τις δύσκολες στιγμές θεωρώντας με ένα από εσάς. Φροντίσατε να μου δώσετε το χαμόγελο που χρειαζόμουνα από καιρό στη ζωή μου. Φράσεις γραμμένες στο μυαλό μου από την εγγραφή μου έως σήμερα, φράσεις που μου είπατε, που μου λέτε ακόμα μέχρι και σήμερα «καλώς ήρθες Σισέ στο σχολείο μας είσαι ένας από εμάς μη φοβάσαι, μην αγχώνεσαι έλα στην παρέα μας να κουβεντιάσουμε» και τα υπέροχα λόγια του διευθυντή και των καθηγητών «ό,τι και να χρειαστείς Σισσέ μου μην φοβάσαι χτύπα τις πόρτες των γραφείων μας. Είμαστε εδώ για σένα και θα κάνουμε τα πάντα για την πρόοδο σου».

Στα λόγια αυτά μένω άφωνος, στην αγάπη που που δείξατε σε μένα χωρίς να το περιμένω (από εσάς). Όταν μένω μόνος μου το βράδυ και σκέφτομαι όσα έχω ζήσει, όσα δύσκολα έχω βιώσει δακρύζω. Όμως τα δάκρυα αυτά σβήνουν; Από την μια θυμάμαι τους γονείς μου που μου λείπουν, από την άλλη έχω εσάς που αυτά τα χρόνια με γεμίσατε με αγάπη, τρυφερότητα και στοργή. Γι’ αυτό με τον τρόπο και την αποδοχή σας, αποδειχτήκατε οικογένεια και στήριγμα για μένα. Οι στιγμές πού πέρασα μαζί σας στα μαθητικά μου αυτά χρόνια λυκειακά, θα μου μείνουν αξέχαστες. Σας ευχαριστώ θερμά για την αγάπη και την φροντίδα προς το πρόσωπό μου. Να ξέρετε ότι θα έχετε πάντα μια θέση στην καρδιά μου.

Ο μαθητής συμμαθητής και γιος σας Σισσέ Βαφιγκ»

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

 

Γιώργος Λάντζας του Βασιλείου & Σωτήρης Δρίτσας του Γεωργίου




Υπάρχουν περιστατικά στις οικογένειες όλων μας που αποτελούν την οικογενειακή ιστορία του καθενός μας και συνολικά την ιστορία του χωριού μας. Διότι «χωριό» δεν είναι τα τούβλα κι οι τοίχοι αλλά οι άνθρωποι. Κι οι άνθρωποι συντηρούν μνήμες και συχνά δημιουργούν μυθολογίες και για την δική τους οικογένεια αλλά και για τις άλλες.
Οι οικογενειακές ιστορίες είναι χρήσιμο να συζητιούνται διότι έπειτα από πολλά χρόνια, όταν τα πρώτα πάθη καταλαγιάζουν, είναι σαν μια κάθαρση η αναφορά στο παρελθόν που πλήγωσε. Τα άσχημα, τα δυσάρεστα γεγονότα στην ζωή του χωριού μας, πρέπει να τα συζητάμε και να προσπαθούμε να τα καταλάβουμε. Όχι να κρίνουμε και να «δικάσουμε» τους πρωταγωνιστές, αλλά να σκεφτούμε τους εαυτούς μας σε ανάλογες καταστάσεις και την δική μας συμπεριφορά.
Συχνά επίσης, ελλείψει γραπτών στοιχείων κι αρχείων, οι προφορικές αναφορές θολώνουν σε μια αχλή χρόνου και για αυτό πρέπει να αντιμετωπίζονται με κατανόηση.
Να μια τέτοια αναφορά κι όποιος έχει άλλα στοιχεία ας τα επισυνάψει ως σχόλια ή ας μού στείλει μήνυμα:
Κάθε του Αγίου Νικολάου, 6 Δεκεμβρίου, η Γιωργίτσα Λάντζα σύζυγος Βασιλείου, μαζευόταν κουβάρι δίπλα στο τζάκι, άναβε ένα καντήλι και καθόταν εκεί σιωπηλή όλη μέρα. Ο γιός της, η νύφη της, τα εγγόνια της, δεν της μιλούσαν και φρόντισαν να μην κάνουν φασαρία εκείνη την μέρα.
Η Γιωργίτσα επίσης είχε απαγορέψει να μιλάνε για το γεγονός που θα σας πω καθώς και το να έχουν τα παιδιά και τα εγγόνια της οποιαδήποτε σχέση με όπλα.
Στην αρχή νόμιζα ότι πενθούσε τον γιο της Γιώργο Λάντζα που ήξερα πως εκτελέστηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1947 στην Χαλκίδα.
Η εκτέλεση του Γιώργου αλλά και το γεγονός που θα σας αναφέρω, ήταν ταμπού για την οικογένεια Λάντζα. Ήταν ένα στίγμα που πιο καλά να το ξεχάσει κανείς παρά να μιλάει για αυτό. Για πολλά χρόνια νόμιζα ότι τα δύο γεγονότα συσχετίζονταν αλλά όπως θα δείτε δεν είχαν καμία σχέση.
Η Γιωργίτσα πάντως δεν πενθούσε στις 27 Δεκεμβρίου. Πενθούσε κάτι άλλο και πέρασαν πολλά χρόνια για να το καταλάβω.
Προπολεμικώς, όταν τα παιδιά του χωριού μας τελείωναν το Γυμνάσιο, συνέχιζαν τις σπουδές τους στο λεγόμενο «αστικό» που ήταν ακόμα δύο χρόνια, πριν πάνε στο Πανεπιστήμιο. Επειδή δεν είχαμε «αστικό» στο χωριό, όσα παιδιά ήθελαν να συνεχίσουν, έρχονταν στην Θήβα. Έτσι, ο Γιώργος γεννημένος στα 1924, το 1939 ήταν μαθητής στην Θήβα μαζί με άλλα παιδιά.
Στην αρχή συγκατοικούσε με τον Αντώνη Δημητρίου (φαίνονται οι δύο τους στην φωτογραφία) αλλά μετά με τον Σωτήρη Δρίτσα που ήταν κι ο «κολλητός» του. Ο Γιώργος θα σπούδαζε γεωπόνος κι ο Σωτήρης δικηγόρος.
Εκείνη την εποχή η Θήβα ήταν ένα κέντρο κομμουνιστικής δραστηριότητας. Η πιο μαχητική ομάδα ήταν οι τσαγκαράδες κι εκεί στα μαγαζιά τους γινόταν η «κατήχηση» στα ιδανικά του κομμουνισμού. Οι μαθητές δεν έμειναν ασυγκίνητοι. Η εναντίωση στην Μεταξική δικτατορία, στην εξουσία της εποχής, ο μετεφηβικός ρομαντισμός οδήγησε τον Γιώργο να οργανωθεί στην Κομμουνιστική Νεολαία (ΟΚΝΕ). Όταν στις αρχές της Κατοχής δημιουργήθηκε η ΕΠΟΝ, ο Γιώργος μαζί με τον Σωτήρη έγιναν δραστήρια μέλη της.
Ήταν δυο παιδιά ούτε καν είκοσι χρονών.
Το καλοκαίρι του 1943, το αντάρτικό είχε αρχίσει να κάνει την παρουσία του στα βουνά γύρω από το χωριό μας. Κάποιος στην Θήβα τους έδωσε ένα περίστροφο για να τους εξοικειώσει με τα όπλα. Κρυφά άρχισαν να εκπαιδεύονται στην σκοποβολή για να βγουν αντάρτες.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1943, ο Γιώργο με τον Σωτήρη και με άλλα παιδιά ΕΠΟΝίτες, πήγαν στην περιοχή της Αγίας Τριάδας για να κάνουν σκοποβολή με το περίστροφο. Σε μια στιγμή το περίστροφο μπλοκάρισε, το πήρε ο Γιώργος για να το φτειάξει και καθώς το προσπαθούσε, το όπλο εκπυρσοκρότησε κι η σφαίρα πλήγωσε τον Σωτήρη στην περιοχή της κοιλιάς. Κάποιοι έτρεξαν να ειδοποιήσουν, ήρθε ένα κάρο, φόρτωσαν τον πληγωμένο Σωτήρη πάνω να τον πάνε στην Θήβα.
Οι μαρτυρίες λένε πως ο Σωτήρης, όσο μπορούσε να μιλήσει, έλεγε συνεχώς πως δεν έφταιγε ο Γιώργος, πως θα μπορούσαν να γίνουν ανάποδα τα πράγματα και νάναι ο Γιώργος το θύμα, πως ήταν η κακιά στιγμή. Ο Σωτήρης πέθανε την ίδια μέρα, λίγο αργότερα.
Ο Γιώργος τρομοκρατημένος δεν ήξερε τι να κάνει. Ήρθε σπίτι κι όταν το είπε στην μάνα του, την γιαγιά μου, εκείνη ούρλιαξε ένα «τι έκανες ρε κακούργο» και τον έδιωξε. Κι εκείνος, έφυγε από το σπίτι και πήγε στην Παλιοπαναγιά, προς τον Ελικώνα κι έφτασε στον Ζαχαρά.
Σκέφτομαι πολλές φορές με οδύνη τον Γιώργο εκείνων των ημέρων που διωγμένος από το σπίτι του ως φονιάς, να σκέφτεται συνεχώς το ατύχημα, να κατηγορεί τον εαυτό του και να περιπλανιέται μόνος του, αβοήθητος στις ερημιές χωρίς να ξέρει τι να κάνει.
Ήταν κι οι καιροί δύσκολοι, ήταν Κατοχή, όμως το γεγονός αυτό δεν οδήγησε σε καταγγελία, δεν έγινε καμία απόπειρα να συλληφθεί ο Γιώργος και προφανώς δεν έγινε δίκη.
Είναι καταπληκτικό πως όλο το χωριό «σκέπασε» την υπόθεση διότι όλοι αποδέχτηκαν την εκδοχή του ατυχήματος. Κι η «απόφαση» του χωριού ήταν πιο ισχυρή και από απόφαση Αρείου Πάγου. Τον Γιώργο τον είχε ήδη αθωώσει ο αδελφικός του φίλος, ο Σωτήρης. Ήταν πολύ πιο δύσκολο να αθωώσει ο ίδιος ο Γιώργος τον εαυτό του και μάλλον δεν πρόλαβε να το κάνει.

Όμως, την άνοιξη του 1945, οι διωκτικές αρχές συνέλαβαν και προφυλάκισαν τον Γιώργο Λάντζα για τον φόνο του Σωτήρη Δρίτσα.

Οι καιροί είχαν αλλάξει κι οι διωκτικές αρχές προσπάθησαν να στοιχειοθετήσουν κακουργηματικού τύπου κατηγορία εις βάρος του και τον προφυλάκισαν. Όμως, οι καταθέσεις των θαρραλέων γυναικών μαρτύρων Αικατερίνης Μπαϊρακτάρη και Μαριγώς Καλόγρια για το θέμα αυτό καθώς και του Γ. Παπαϊωάννου ήταν καταλυτικές, παρά τις συνθήκες άγριας τρομοκρατίας που ήδη επικρατούσαν.

Έτσι, από το δικαστικό συμβούλιο, εκτιμήθηκε ότι: «η συγκεκριμένη ανθρωποκτονία δεν οφείλεται εις δόλον του κατηγορουμένου αλλά εις αμέλειαν τούτου» και στις 7-7-1945, διέταξε την «προσωρινήν εκ των φυλακών απόλυσιν τούτου» (215/45 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θηβών και 179/31-1-1946 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θηβών ).

Στις 31-1-1946, έγινε παραπομπή του στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θήβας, για να δικαστεί για την πράξη της Ανθρωποκτονίας από αμέλεια και αφέθηκε τελικά, ελεύθερος. Απαλλάχτηκαν, επίσης, από την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, ο Ευάγγελος Βαρθαλάμης, Κωνσταντίνος Χρήστου και ο Δημήτριος Σελιανίτης, που επίσης, είχε κατηγορηθεί τότε, ως επικεφαλής του ΕΑΜ Ερημοκάστρου.
Στο μεταξύ ο Γιώργος είχε ενεργοποιηθεί στην ΕΠΟΝ κι έτρεχε ανά τα χωριά της Θήβας. Στο χωριό μας δεν ερχόταν. Έτρεχε προς τον δικό του θάνατο. Στα 1947 ήταν στέλεχος του ΚΚΕ στην περιοχή της Θήβας και τον Απρίλιο 1947 προσπάθησε να ανέβει στον Ελικώνα, να γίνει αντάρτης. Τον έπιασαν οι ΜΑΥδες, δικάστηκε στο στρατοδικείο Θήβας (στρατοδίκης Ταμπακάς) κι εκτελέστηκε στην Χαλκίδα. Η εκτέλεσή του Γιώργου έγινε λίγες ημέρες μετά τις 6 Δεκεμβρίου, ημέρα θανάτου του Σωτήρη, ως μια έκφραση της ειμαρμένης του.
Το ατύχημα με τον Σωτήρη δεν έπαιξε κανέναν ρόλο στην καταδίκη του Γιώργου. Άλλωστε εκείνο τον καιρό, με τον εμφύλιο σε κορύφωση, ο στρατοδίκης απλώς νομιμοποιούσε μια ήδη ειλημμένη απόφαση: εις θάνατον!
Οι δύο οικογένειες από απολύτως φιλικές έγιναν εχθροί και πλέον οι Λαντζαίοι με τους Δριτσαίους δεν μιλιούνταν. Άσε που διαμορφώθηκαν σε «πολιτικούς αντίπαλους».
Όμως τα κανάλια επικοινωνίας των γυναικών υπήρχαν. Στα 1957, όταν γινόταν το προξενιό της Κωνσταντινιάς Τσεβά με τον Παρασκευά Λάντζα, αδελφό του Γιώργου, η Κωνσταντινιά απευθύνθηκε στην θεία της Δημητρού Μελισσάρη που ήταν αδελφή του Σωτήρη Δρίτσα για πληροφορίες. Ρώτησε λοιπόν την θεία της για τον επικείμενο γάμο κι εκείνη της είπε «Μην κοιτάς που έγινε τότε το κακό, άσε μας εμάς. Η οικογένεια Λάντζα είναι καλή κι η Γιωργίτσα τρομερή νοικοκυρά να την ακούς κι ο Παρασκευάς καλό παιδί. Να παντρευτείς κι η ώρα η καλή».
Πολλά χρόνια μετά αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις των μελών των δύο οικογενειών.
Για την μάνα του όμως, η μοίρα του Γιώργου σφραγίστηκε εκείνην την ημέρα: 6 Δεκ 1943 και για αυτό τότε η Γιωργίτσα εκείνη την ημέρα έκανε το μνημόσυνο του γιού της. Από τότε η Γιωργίτσα μαυροφορέθηκε κι έπαψε να κοιμάται με τον άνδρα της, ως μόνιμη έκφραση πένθους.
Η φωτογραφία του Γιώργου είναι από το 1946.


Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2021

 Καλά Χριστούγεννα!

Η μυστική μας γλώσσα

Πρόσφατα διάβασα σε κάποια σχόλια ότι ο δάσκαλος –λέει- σε κάποιο χωριό «κυνηγούσε» τα παιδιά όταν τα άκουγε να μιλάνε αρβανίτικα.
Εμείς στα χρόνια μου στο χωριό μου το Ερημόκαστρο, δεν το είχαμε αυτό. Ποτέ δεν νιώσαμε ως αρβανίτες ως δεύτερης ποιότητας πολίτες. Ποτέ δεν μας κυνήγησε κανείς για την γλώσσα που μιλούσαμε στα διαλλείματα ή έξω από το σχολειό στα σπίτια μας.
Νομίζω ότι οι πρόγονοί μας όταν αποφάσισαν να φτιάξουν «δοβλέτι», δηλαδή κράτος, χωρίς συνεννόηση, αυθόρμητα, επέλεξαν τα Ελληνικά ως την επίσημη γλώσσα και κράτησαν τα αρβανίτικα για την δική τους μυστική γλώσσα.
Διότι αυτό το περί ελληνικότητας των αρβανιτών δεν το κατανοώ όταν οι αρβανίτες έφτιαξαν το ελληνικό κράτος –εντάξει οι Πελοπονήσιοι το παράκαναν ως προς την εξουσία αλλά οι αρβανίτες ως πολεμιστές έκαναν την δουλειά.
Τα αρβανίτικα ήταν ο τρόπος επικοινωνίας μας έτσι ώστε να μην μας καταλαβαίνουν οι άλλοι, οι «ξένοι», εκείνοι δηλαδή που δεν ήταν αρβανίτες. Οι αρβανίτες είχαν επίγνωση της αξίας της κοινωνίας τους και την προστάτευαν αλλά κι έτσι κι οι ίδιο προστατεύονταν.
Ο ξένος, είτε ως φίλος είτε ως νύφη –κυρίως- αλλά και ως γαμπρός, έπρεπε να περάσει από δοκιμασία για να γίνει δεκτός στην κοινωνία μας. Δεν ξέρω τι έκαναν οι γυναίκες αλλά σε εμάς, τους άνδρες, το κριτήριο ήταν η αντοχή στο κρασί. Η «τελετή μύησης» περιελάμβανε οπωσδήποτε μεθύσι. Στο καλεσμένο μας λοιπόν, αφού τον καλωσορίζαμε τον καθίζαμε ανάμεσα μας στο τραπέζι, αρχίζαμε σε λίγο ο καθένας μας και πίναμε μαζί του από ένα «σταυρωτό». Ένδειξη τιμής και υποδοχής. Όταν αυτό είχε πιεί πέντε ποτήρια με καθένα από εμάς (αν ήμασταν πέντε) εμείς είχαμε πιεί από ένα. Όταν αυτός πήγαινε να καταρρεύσει, εμείς τότε αρχίζαμε να ζεσταινόμαστε. Και τότε αυτός άρχιζε να «κελαηδάει» και να γίνεται «βλάμης». Και η τελετή ολοκληρώνονταν με ένα καγκέλι, το τσοπανάκι κατά προτίμηση ή ένα καλαματιανό ντο τα πρες κοτίδε τ’. Σερνόταν ο μουσαφίρης κι εκεί πάνω στα σταυρωτά μάθαινε και τους στίχους.
Φώναζαν οι γυναίκες όταν τον τραβούσαμε στο σπίτι τύφλα. «τ΄μος αρ’ς. Τσ’ ι μπ΄ρε νιερίουτ ρε ασιλόγιστο» (να μην φθάσεις (ή να μην ζήσεις). Τι του έκανες του ανρθωπου βρε ασυλόγιστε).
Τα αρβανίτικα ήταν ο μεγάλος μας μυστικός δεσμός, τύφλα νά ‘χουν οι μασόνοι και οι λογής αποκρυφιστές. Στις δημόσιες υπηρεσίες, στον στρατό, έφτανε ένα «γκα κου γιε ρε τι» (από πού είσαι ρε σύ) για να ανανεωθούν πατρογονικοί δεσμοί που ούτε τους είχαμε συνειδητοποιήσει.
Όταν ο Πέτρος σπούδαζε στην Πάτρα, γνώρισε την Άννα. Ωραία και μαχητική συνδικαλίστρια η Άννα από την Ξάνθη, ήξερε ότι στην Ελλάδα υπάρχουν Έλληνες και μόνον στην Θράκη (Ροδόπη και Ξάνθη) υπάρχουν μουσουλμάνοι τουρκογενείς και πομάκοι.
Ο Πέτρος κοιτούσε την Άννα που αναψοκοκκίνιζε στα πηγαδάκια και σκεφτόταν την κλινοπάλη μαζί της διότι αυτός περί τα πολιτικά ήταν αλλού κυριολεκτικώς. Ωραίος και λεβέντης δεν πέρασε απαρατήρητος από την Άννα που θέλησε να τον . . . στρατολογήσει.
Τελικά κάπως βρέθηκαν να περπατάνε μόνοι τους ένα απόγευμα στην Αγίου Νικολάου. Σε μια στιγμή λέει ο Πέτρος «να πάρω ένα τηλέφωνο στο σπίτι μου». Εκείνη την ευλογημένη εποχή δεν υπήρχαν κινητά και έτρεχαν οι φοιτητές στα περίπτερα. Στέκονται λοιπόν δίπλα δίπλα στο τηλέφωνο και η Άννα ακούει τον Πέτρο να μιλάει μια ακατάληπτη γλώσσα «έα μ΄μ σι γένι. Τσ’ μπ΄ν κατούντι, ουμαρτούα Μαριγόια;» (έλα μάνα, πως είστε; Τι κάνει το χωριό; παντρέυτηκε η Μαριγώ;». Η Αννούλα είχε πάθει πλάκα.
Όταν τέλειωσε η συνδιάλεξη τον ρωτάει «ρε συ τι γλώσσα μιλούσες;» «αρβανίτικα!» «τι είναι τα αρβανίτικα;» κι ο Πέτρος αγκάλιασε στοργικά την Άννα κι άρχισε να της μιλάει για έναν άλλο κόσμο που η ίδια αγνοούσε, ένα κόσμο όλο λεβεντιά κι αρρενωπότητα που της άρεσε, κι ο Πέτρος της άρεσε και τριάντα τόσα χρόνια τώρα εξακολουθεί να της αρέσει. Διότι οι αρβανίτες είμαστε ομορφοφυλή μάνα μου, πώς να το κάνουμε.
Όταν όμως είχαν έρθει οι πρώτοι Αλβανοί στο χωριό, εκεί γύρω στα 1992, η μάνα μου με τον πατέρα μου είχαν πάρει μερικούς από αυτούς να κατεβάσουνε ελιές. Πήγαν στις ελιές και το μεσημέρι η μάνα μου είχε ετοιμάσει το σχετικό γεύμα: φασολάδα.
Οι Αλβανοί κάθισαν γύρω και δεν χόρταιναν ψωμί. Έκοβε η μάνα μου φέτες συνέχεια κι αυτές . . . χάνονταν. Η μάνα μου στην αθωότητά της τους θεωρούσε κι αυτούς «ξένους» δηλαδή μη γνωρίζοντες αρβανίτικα και λέει στο πατέρα μου «ρε ατα νούκ φρίχεν μπουκ» (ρε αυτοί δεν χορταίνουν ψωμί) και ακούει μια απάντηση από έναν λιγνούλη νεαρό Αλβανό «ψιο μόι Θιάκ, σα χαμ, νιέρζ γιέμι» (σώπα βρε θεία, πόσο τρώμε, άνθρωποι είμαστε). Κι εν μέσω μεγάλης ντροπής η μάνα μου κατάλαβε ότι τούτοι οι «ξένοι» ξέρουν το μυστικό μας όπλο, τα αρβανίτικα και πρέπει να προσέχει πλέον διπλά, όπως με τους δικούς μας.
Τώρα όμως το μυστικό μας όπλο, η αρβανίτικη γλώσσα και η κουλτούρα μας χάνονται σιγά σιγά και για αυτό σας λέω βάλτε όλοι ένα χεράκι να τα θυμηθούμε τα ευλογημένα αρβανίτικά μας, χωρίς κακίες και χωρίς τσακωμούς και με επίγνωση ότι από τις Λίμνες της Αργολίδας μέχρι το Λέχοβο στην Φλώρινα κι ως τον ‘Έβρο, παρόλες τις ντοπιολαλιές και τις διαφορές μας, μία είναι η γλώσσα των παππούδων μας.

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021

 Αρραβωνιάσματα


Στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 – 1970 η Αμερική ήταν το όνειρο για πολλούς Έλληνες. Οι Αμερικάνοι, έτσι τους λέγαμε τους Έλληνες μετανάστες, έρχονταν το καλοκαίρι άνετοι, γελαστοί και φωνακλάδες στα χωριά και σκόρπιζαν ντόλαρς. Τους βλέπαμε με θαυμασμό και ζήλεια. Τι πλούτος αυτή η Αμερική! Ήταν και ο σινεμάς τότε και ενίσχυε την φαντασία μας για αυτή την μυθική χώρα. Μετά ήρθαν οι ασπρόμαυρες τηλεοράσεις κι ξεροσταλιάζαμε έξω από τις βιτρίνες των ηλεκτρολόγων –διότι σε αυτά τα μαγαζιά ήταν οι συσκευές- και στα καφενεία για να δούμε τον Φυγά και το Πέιτον Πλέις.


Τότε -θα ήμουν έκτη τάξη δημοτικού- ένα καλοκαίρι των Αμερικάνων, γνώρισα την Πέννυ. Η θεία Πέννυ δηλαδή γιατί έτσι, «θεία», λέγαμε τις μεγάλες γυναίκες κι αυτή τότε θα ήταν περίπου είκοσι πέντε τριάντα χρονών, ήρθε ένα καλοκαίρι στο σπίτι μας. Μια κουκλάρα, μια θεά. Έτσι μού φάνηκε. Μπήκε στο σπίτι με ένα μίνι και μια κίτρινη κορδέλα στα μαλλιά της. Έσκυψε, φίλησε την γιαγιά μου κι έκατσε σε ένα χαμηλό σκαμνί δίπλα της κι εγώ κοίταζα κλεφτά από το τραπέζι τα ατέλειωτα ασυμμάζευτα πόδια της και τα μπούτια της. Η γιαγιά είδε τι κοίταζα, την κοίταξε αυστηρά και της έριξε μια ποδιά στα πόδια. «ετσ’ τ’ λιοζ΄σ μανάρε» (πήγαινε να παίξεις μανάρι μου) μού είπε και με έδιωξε.


Η Πέννυ ήταν η Βούλια, από το «Παρασκευή» που στην Αμερική είχε γίνει «Πέννυ». Ήταν γείτονες μας και πρέπει να είχαν μια κάποια σχέση με την γιαγιά κι ερχόταν πάντα να την δει όταν γύριζε στο χωριό. Την είχε σαν συμβουλάτορα μάλλον.


Βγήκα στον δρόμο και καθόμουν στο σκαλοπάτι. Πέρασε κάμποση ώρα και στην γωνία φάνηκε η θεία Μαριγώ, η μαμά της Πέννυς: «Για ατιε μπίλια ιμε;» (είναι εκεί η κόρη μου;) κούνησα το κεφάλι καταφατικα «έτσ’ θούαϊ τ’ βιν’ νε στιπί ψε ε ντούαν» (πήγαινε πες της να έρθει στο σπίτι γιατί την θέλουν).


Σηκώθηκα και μπήκα μέσα σιγά σιγά.


Από την χαραμάδα είδα την γιαγιά μου να χαϊδεύει το χέρι της Πέννυς και να της λέει κάπως αυστηρά, σαν να έδινε εντολές:  «Γκιγκιου Βούλιε, πο κα βάτουρ ατιε π’ρ τ’ χα μιζα, λε δε ο βιν’ πράπα. Αστου για μπούρατ, λιόζν σι ντιέλτ τα βογκ’λια. Νεβε γκρατ γιεμι μεντι δε ζ’μπρα στιπις.  Κε έν’ δε πο πάσιε ψε γιεπ παράτ νε πουτ’νατ, χαρόβε ντέριν. Στρώξιν με νι στιλιάρι νε μπίθ κερατάν΄. Σντι τσι ντο τ’ μπαρ: σα μπουκουράν γιε τι δε μ’ μέντ. Δε τι μπλίδσ παράτ, μπα στιπιν εδε λιε τ΄ικνα αι κοπρίττ. Τ’ρ μπούρατ ντο τ΄βινιν πασόε τι. Μος βε μαραζ νε ζ’μπρ’. Κε έν’ μος σουμούρες ψε παστάι ο βες ιμπάρτουρα. Εδε μλίδε γκλιουχ’ν δε μέντιν. Μος θούα φιάλ νε νον’. Βετ΄μ γιε βαιζο δεν κε βετε Περιτνιν δε Σιν Πρε΄μτεβ τ’ τ’ ντιχον. Ουροι τ’τ΄τγιαπ μεντ δε σιτ χαπουρα. Β’ρε μέντιν το σ΄ρμπεν δε ο τσιος ντερ’ν το βες μ’ πάρ. Κουιτό, μος νι φιαλ νε νον’ μος νε γιοτ’μ μος νε τατ’ν μοσ’ νε μότρατ, μος νε σιόκετ» (άκου Βούλια, ένα έχει πάει εκεί για να φάει μύγες (δηλαδή πρόκειται για ασήμαντο φλερτ), αστον και θα έρθει πίσω. Έτσι είναι οι άνδρες, παίζουν σαν μικρά παιδιά. Εμείς οι γυναίκες είμαστε το μυαλό και η ψυχή του σπιτιού.   Έχε το νου σου κι αν δεις πως δίνει λεφτά στις πουτάνες, ξέχασέ τον, το γουρούνι. Ρίξτου με ένα στυλιάρι στον πισινό και διώξτον τον κερατά. Δεν ξέρει τι θα χάσει: τόσο όμορφη που είσαι και με μυαλό. Και να μαζέψεις τα λεφτά (από τις δουλειές) και να πάρεις το σπίτι κι άστον να φύγει τον κοπρίτη. Όλοι οι άνδρες θα σού έρθουν πίσω σου. Μην στενοχωριέσαι. Πρόσεξε μην αρρωστήσεις γιατί θα πας χαμένη. Και μάζεψε το μυαλό και την γλώσσα: μην πεις κουβέντα σε κανένα κορίτσι μου. Μόνη σου είσαι κόρη μου και μόνον ο Θεός και η Αγία Παρασκευή σε βοηθάνε. Μακάρι να σού δώσει μυαλό κα μάτια ανοιχτά. Βάλε το μυαλό σου να δουλέψει και θα βρεις την πόρτα για να πας παρακάτω. Θυμήσου, κουβέντα σε κανένα ούτε στην μάνα σου ούτε στον πατέρα σου ούτε στις αδελφές σου ούτε στις φίλες σου).


Έσπρωξα την πόρτα και μπήκα: «η θειά Μαριγώ λέει η θεία να πάει στο σπίτι, την θέλουν» είπα.


Η Πέννυ, γύρισε με κοίταξε καθώς σηκωνόταν «βρε τι όμορφος που είναι ο εγγονός θεία»


«Μιρ για πο για νοτσικ κοκτρασ’ δε νουκ να γκικετ» (καλός είναι αλλά είναι λίγο χοντροκέφαλος και δεν μας ακούει)  είπε η γιαγιά καθώς σηκωνόταν.


«έλα θεία φαίνεται καλό παιδί κι έχει το όνομα του θείου, έτσι;» με κοίταξε κι εγώ κούνησα το κεφάλι προς τα κάτω


«μι τσι θούα, τ’ μος μπράζετ κοσμι νγκα έμριν γαιδούριτ» (μωρέ τι μας λες για να μην λείψει από τον κόσμο το όνομα του γαϊδουριού)  είπε η γιαγιά.


«έλα βρε θεία μην μιλάς έτσι για τον θείο»


«ντι τσι θόμι π’ρ μπούρατ: φολ μπούρι πόρδ γαιδούρι. Νανι ε καταλάβε εδε τι. Αιντε Βούλιε ικ ψε σντούα τ’ μι βιν κουτού Μαριγώια. Αίντε μανάρε δε εθαμ: μος νι φιαλ’ γκιακούν» (ξέρεις τι λέμε για τους άντρες; Μίλησε ο άνδρας κι έκλασε το γαϊδούρι. Τώρα το κατάλαβες κι εσύ. Άιντε Βουλια, φύγε γιατί δεν θέλω να μού έρθει εδώ η Μαριγώ. Άιντε μανάρι μου και είπαμε: κουβέντα σε κανέναν).


Στο μεταξύ η Πέννυ καθώς έφευγε μού έδωσε ένα δεκαδόλλαρο που τόσα χρόνια μετά ακόμα το φυλάω.


Πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβω τι γινόταν τότε και γιατί η γιαγιά μου παρηγορούσε την . . . θεά.


Σήμερα, οι νέες κοπέλες αποφασίζουν οι ίδιες για την ζωή τους, για το σώμα και τις σχέσεις τους. Τις χαίρομαι και τις καμαρώνω. Δεν παίρνουν βέβαια πάντα τις σωστές αποφάσεις αλλά στο κάτω κάτω η ζωή είναι δική τους κι ας πληρώσουν το τίμημα των επιλογών τους.


Δεν ήταν όμως πάντα έτσι τα πράγματα. Κι όταν αναφερόμαστε στο παρελθόν, εκεί γύρω στην δεκαετία 1950 – 1960 και μέχρι ίσως το 1970, η θέση της κοπέλας στην αρβανίτικη κοινωνία του χωριού δεν ήταν εύκολη.


Δεν είναι πάντα το παρελθόν ρομαντικό κι όμορφο.


Βλέπω καμιά φορά αναρτήσεις στο φείσμπούκ με γιούκους με προικιά αλλά δεν μπορούμε να φανταστούμε τι πόνος και τι ξενύχτι ήταν στοιβαγμένος μαζί με τα ρούχα τα στρωσίδια και τα κεντίδια ενός τέτοιου γιούκου, χαρμόσυνου κατά τα άλλα. Τι προσδοκίες για μια καλή ζωή ήταν στοιβαγμένες πάνω στον γιούκο.


Προκαταλήψεις, σκοτεινές παραδόσεις, και άγνοια για βασικά θέματα ζωής και ανθρώπινης φυσιολογίας, δημιουργούσαν ένα πλαίσιο αποπνικτικό για την νέα γυναίκα εκείνης της εποχής. Η περίοδος, η έμμηνος ρύση, για παράδειγμα, ήταν μεγάλη ντροπή αντί ευλογία: η γυναίκα θεωρούνταν βρώμικη, δεν πήγαινε στην εκκλησία και δεν θεωρούνταν σωστό ακόμα και το . . . πλύσιμο. Δράμα.


Όσο για τον έρωτα, αυτό ήταν μέγα αμάρτημα υπό διωγμόν και η ενημέρωση περί τα σεξουαλικά ήταν εξοβελισταία. Με σιγανοψυθιρίσματα φιλενάδων ή από κάποιες πιο ελευθρόστομες παντρεμένες στις εργατιές ό, τι άκουγαν, μάθαιναν. Ο σύζυγος ήταν απόλυτη επιλογή του πατρός και η τελική συμφωνία για γάμο ερχόταν ως αποτέλεσμα σκληρών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις δύο οικογένειες του γαμπρού και της νύφης. Και μετά έρχονταν τα «ψώνια στην Αθήνα» οπόταν η διακόρευση της κοπέλας κι έπειτα η ζωή τα έβαζε όλα στην τάξη της και σε καδραρισμένες φωτογραφίες στους τοίχους.


Σε όλα αυτά, η κοπέλα δεν είχε κανέναν ρόλο παρά μόνον το χαμηλό βλέμμα την βραδιά του λογοδοσίματος, όταν θα σερβίριζε τους συμπεθέρους. Κι αν κάποια χώριζε; Ωιμέ την άμοιρη! Συνήθως θα εύρισκε άντρα σε άλλο χωριό διότι ποιος θα έπαιρνε μιαν . . . «κατεστραμμένη».


Ο θείος Γιώργης, ο γείτονας μας, είχε τρείς κόρες. Δεν είχε αγόρια. Εκείνον τον καιρό οι κοπέλες ήταν βάρος διότι έπρεπε ο πατέρας και η μάνα να φροντίσουν για την προίκα της κι αυτός είχε τρείς! Μπορεί για αυτό ο θείος Γιώργης να ήταν μονίμως θυμωμένος και άγριος. Δεν ήμασταν συγγενείς αλλά όπως λέγαμε τις γυναίκες «θεία» έτσι λέγαμε τους μεγάλους άνδρες «θειους». Τους αληθινούς θείους τους λέγαμε «μπάρμπα» και «μαπρμπάτσ’» πιο χαϊδευτικά.


Η μεγάλη κόρη του, η Βούλια, ήταν άριστη μαθήτρια και πανέμορφη. Στο σχολείο και περνούσε τις τάξεις σαν αέρας: άνετα κι εύκολα. Ο θείος ο Γιώργης όμως με το ζόρι κρατιόταν. Του έλειπαν τα παραγωγικά χέρια της Βούλιας . Ο θείος έκανε υπομονή, αν και μέσα του έβραζε, και την άφησε να πάει μέχρι την 6η Γυμνασίου (σημερινή 3η Λυκείου). Αλλά όχι κάθε μέρα «βρε τσι να θούα; Ώστε κένι διαγώνισμα εδε μουτ. Μενάτεν κέμι τ΄τριγισμ . Άιντε μμπλίδου μπάσκ, μος τ΄νίσ με βίτσ’ ν» (βρε τι μας λες; Ώστε έχετε διαγώνισμα και σκατά. Αύριο πρωί έχουμε να τρυγήσουμε. Συμμαζέψου μην σ’ αρχίσω με την βίτσα).


Κι η Βούλια, το αστέρι των Μαθηματικών, καλό κορίτσι, έσκυβε το κεφάλι και πήγαινε στο αμπέλι αχάραγα.


Ο καθηγητής των Μαθηματικών τόλμησε κάποτε να πει στον θείο ότι η Βούλια αξίζει να συνεχίσει τις σπουδές,  «είναι μαθηματικό μυαλό κύριε Γιώργο», αλλά πού ο θείος: «κοπίλιετ για π’ρ τ’ μαρτόνεν δε π’ρ πούν, νουκου γιαν π’ρ τ΄έτσεν νγκα δρόμ΄τ» (οι κοπέλες είναι για να παντρεύονται  και για δουλειά, δεν είναι να γυρίζουν στους δρόμους).


Ο θείος Γιώργης, μεγαλόσωμος, αθυρόστομος και με βροντώδη φωνή, ήταν μια μόνιμη εκπομπή απειλητικών μηνυμάτων βίας και σκληρότητας. Ποιος τολμούσε να του αντιμιλήσει;  Γύριζε από την συνάντηση με τον καθηγητή και διηγιόταν στο καφενείο την παλληκαρήσια στάση του: «γκιγκιουνι τσι μ’ θα άι μαλάκα καθηγητίου: τ’ λιέ βάιζαν τ’ σπουδάς. Βρε άι κίχου βρε χέρδε τσι τ΄μ’ μπ’σ κουμάντ’ τι νε βάιζαν τιμε. Ώστε ντο τε λλε΄βαίζ’ν τε βέτε νε Αθήν τ΄μπενετ πουτ’ν» (ακούστε τι μού είπε αυτός ο μ. . ας. ο καθηγτής: να αφήσω την κόρη μου να σπουδάσει. Βρέ άντε γ . . . βρε αρχ . . . που θα μού κάνεις κουμάντο στην κόρη μου. Ώστε να αφήσω το κορίτσι να πάει στην Αθήνα να γίνει πουτάνα) έλεγε τσαντισμένος ο θείος Γιώργης και κορδωνόταν  που αντιστάθηκε στην απόπειρα διαφθοράς.


Η γιαγιά μου «βίτσι» (βόδι) τον ανέβαζε «ντέρ» (γουρούνι) τον κατέβαζε και δεν τον χώνευε καθόλου.


Κι έτσι η Βούλια, άφησε την τελευταία τάξη Γυμνασίου στην μέση και δεν πήρε απολυτήριο γιατί εκείνη την χρονιά οι φακές είχαν χορτάρι και έπρεπε να τις σκαλίσει. Κι αντί να λύνει εξισώσεις, άρχισε τα θερίσματα και τα ζυμώματα.


Εκείνο το φθινόπωρο είχαν σκάσει τα βαμβάκια για τα καλά κι ήταν χαρά να τα μαζεύεις. Αφράτο το βαμβάκι ξεχείλιζε από την καρύκα και έβγαινε σαν αφρός. Μόνον όποιος έχει μαζέψει βαμβάκι μπορεί να εκτιμήσει αυτό που γράφω. Γέμιζαν γρήγορα οι ποδιές των γυναικών που τις άδειαζαν μετά σε μεγάλους σάκους διάσπαρτους στο χωράφι. Η Βούλια με τις αδελφές της και με κάποιες άλλες γυναίκες ήταν σκυμμένες στο μάζεμα. Ήταν μόνον γυναίκες στο χωράφι διότι «μπλίδιε μπουμπάκουτ για π΄ρ γκρατ δε ρουμό βρεστ'τ γιαν π΄ρ μπούρατ» (το μάζεμα του βαμβακιού είναι για τις γυναίκες ενώ το σκάψιμο του αμπελιού είναι για τους άντρες).


Η Βούλια όλον αυτόν τον καιρό δεν είχε σταματήσει να σκέφτεται το πώς θα πείσει τον πατέρα της να την αφήσει να συνεχίσει τις σπουδές. Τι μπορεί να σταματήσει το όνειρο μιας νέας κοπέλας;


Ήταν προχωρημένο απόγευμα κι ο ήλιος έγερνε προς τον Ελικώνα. Από μακριά φάνηκε να έρχεται ένα αυτοκίνητο μπροστά από ένα σύννεφο σκόνης. Το γνώρισαν: ήταν το ταξί του χωριού. Το ταξί πλησίασε και σταμάτησε κι από μέσα κατέβηκε ο θείος Γιώργης εμφανώς πιωμένος και γελαστός «τσι ρίνι γκρα. Ετσνι, βέμι νε κατούντ’. Μπ’μ γαμπρό» (τι καθόσαστε γυναίκες. Φύγετε, πάμε στο χωριό. Κάναμε γαμπρό).


Οι γυναίκες γύρισαν και κοίταξαν γελώντας την Βούλια. Ο θείος Γιώργης κοίταζε την Βούλια. Η θεία Μαριγώ, η μάνα της, οι αδελφές της κοίταζαν την Βούλια. Όλοι την Βούλια κοίταζαν.


«για σιουμ μιρ ντιάλ χωστιανίτ’ δε σ’ρμπεν νε Αμερικί. Ατιε καν μαγαζί π’ρ τ χασ’, σι ταβέρν. Μαρτ΄τ’ μόρτια. Σιουμ παρά τ’ θάσ’. Φαρε παρά σ’ ντο νγκα νέβε πο ου ο γιαπ τσα πακ» (είναι πολύ καλό παιδί, από τα Χώστια και δουλεύει στην Αμερική. Εκεί έχουν μαγαζί για να τρώει ο κόσμος, σαν ταβέρνα ένα πράμα. Σκέτη τρέλα. Πολλά λεφτά σού λέω. Δεν θέλει λεφτά (προίκα) από εμάς αλλά κάτι λίγα θα του δώσω) έλεγε ο θείος Γιώργης και τρέκλιζε ανάμεσα στις βαμβακιές. «Ντάρσμα ο μπένετ νε νιτρ’ν γιαβ ψε ντιάλι κα πουν ατιε νε Σικάγο εδε ντο τ’ μαρ Βούλιεν πασόε. Άντε βέμι ψε ο να έρδ΄ν συμπεθερ΄τ σόντε» (ο γάμος θα γίνει την ερχόμενη εβδομάδα γιατί το παιδί (ο γαμπρός) έχει δουλειά εκεί στο Σικάγο και θα πάρει την Βούλια μαζί του. Άντε πάμε γιατί θα μας έρθουν οι συμπέθεροι απόψε).


Οι γυναίκες πλησίασαν την Βούλια και την αγκάλιαζαν και τις έλεγαν ευχές και συχαρίκια κι αυτή είχε μείνει ακίνητη, ψηλή, πανέμορφη με μια ωχρή γκριμάτσα σαν χαμόγελο και σε κάποια στιγμή η μάνα της κοίταξε χαμηλά στο δεξί της χέρι που έσταζε αίμα και μέσα από τα δόντια της είπε «μόι ινταρ κουρ ουπρέσιε;» (κακομοίρα μου πότε κόπηκες;)


Κι ήταν τα νύχια της Βούλιας και μια κομμένη καρύκα μέσα σε μια γροθιά απόγνωσης  που είχαν χωθεί στην παλάμη της και την είχαν κόψει βαθιά κι έσταζε αυτό το αίμα της απελπισίας της στις τσακισμένες βαμβακιές.

 Παλαιστής


(διηγείται ο μπάρμπα Μήτσιος)


Παλαιστής


Τον Φεβρουάριο, όταν είχε μαλακώσει το χώμα, αρχίζαμε να σκάβουμε τα αμπέλια. Ο πιο γερός πήγαινε πρώτος και λοξώς, σαν την φάλαγγα του αρχαίου Επαμεινώνδα, ακολουθούσαμε οι άλλοι. Στα διαλείμματα, γιατί δεν γινόταν το σκάψιμο να είναι συνεχές, μερικοί προκαλούσαν για πάλη. Κι εκεί ανάμεσα στα κούτσουρα γινόταν παλαίστρα το μαλακό ανοιξιάτικο χώμα.


Κανείς δεν προκαλούσε όμως τον Λιάμη, ένα μάτσο μύες χωρίς δράμι λίπος, ένα Ηρακλέα εκεί γύρω στα ένα κι ογδόντα. Όταν πηγαίναμε στο βουνό για ξύλα, ο Λιάμης τέλειωνε πρώτος και καλύτερος γιατί ξερίζωνε τα πουρνάρια με μια τρομακτική ευκολία.


Στα 1907, ο μπάρμπα Πήλιος, ο πατέρας του Λιάμη με τα δώδεκα παιδιά, του είπε να πάει στην Αμερική. Ακούγαμε τότε στο χωριό για εκείνον τον παράδεισο επί της Γης κι ονειρευόμαστε. Μαζί με τον Λιάμη, ο μπάρμπα Πήλιος, του είπε να πάρει μαζί του και τον Κίτσιο. Είκοσι χρονών ο Λιάμης, δεκαοκτώ ο Κίτσιος αλλά τελείως διαφορετικός από τον Λιάμη. Λεπτός, σχεδόν εύθραυστος, ξανθός και όμορφος και με γλυκύτατη φωνή.


Όταν τον σταύρωσε η θεια Τασία, η μάνα του, στην αναχώρηση του είπε «τ’ κεσ’ έν΄ νε βλαν’ν» (να έχεις τον νου σου στον αδελφό σου).


Βάλανε κάτι ρούχα στο ταγάρι και με τα πόδια πήγαν μέχρι το λιμάνι της Νούσας, στην Δομβραίνα. Ήταν κι άλλα δέκα παιδιά, όλοι παλληκαρόπουλα μέχρι τα είκοσιπέντε χρόνια, από τα διπλανά χωριά, Μαυρομμάτι, Νιχώρι και Παλιοπαναγιά. Από εκεί με το καΐκι ενός από το Κακόσι, πέρασαν απέναντι στο Ξυλόκαστρο και μετά με το τραίνο έφτασαν στην Πάτρα. Εκεί βρήκαν τον ατζέντη που τους έφτιαξε τα χαρτιά κι στις 26 Μαρτίου 1907 μπήκαν σε ένα αυστριακό βαπόρι.


Τούς έχωσαν στο δεύτερο αμπάρι.


Το βαπόρι έπιασε Νάπολι, Παλέρμο και γέμισαν τα αμπάρια με νιάτα. Σωρός οι νεαρές ανθρώπινες ψυχές πήγαιναν στην Αμέρικα. Σε μία γωνιά πήγαν οι γυναίκες κι άπλωσαν ένα παραβάν με σεντόνια. Οι άλλοι βολεύτηκαν σε κάτι κουκέτες και ξάπλα στο δάπεδο.


Το ταξίδι κράτησε περίπου είκοσι ημέρες. ¨Έκανε κρύο και αραιά και που κάποιος έβγαινε στο κατάστρωμα. Στο εισιτήριο ήταν και τα φαί αλλά ο Θεός να το κάνει φαί αυτόν τον πολτό που τούς δίνανε.


Ένα βράδυ, άκουσαν κάποιους Ιταλούς που είχαν μπει στο Παλέρμο να μιλάνε την γλώσσα τους, Αρβανίτικα. Μάλιστα ένας από αυτούς άρχισε να τραγουδάει ένα αργό λυπητερό τραγούδι. Κι από αυτόν πήρε την συνέχεια ο Κίτσιος κι όλοι σώπασαν μαγεμένοι: άκουγαν το τραγούδι του Κίτσιου και στο τέλος χειροκρότησαν και είπαν μπράβο.


Μιαν άλλη βραδιά, έκαναν αγώνες πάλης. Ε, εκεί έλαμψε το άστρο του Λιάμη: με ένα χέρι τους έριχνε όλους με την μία κάτω. «Ερκούλ» (Ηρακλή) τον φώναζαν οι Ιταλοί και τον κοίταζαν με δέος και χειροκροτούσαν.


Έτσι γνωρίστηκαν με τον Λούκα, έναν μελαχρινό κοντό από ένα χωριό κοντά στο Παλέρμο.


Στις 17 Απριλίου 1907 έφτασε στο περίφημο Έλλις Άιλαντ, έξω από την Νέα Υόρκη. Οι Ερημοκαστραίοι είχαν πρόσκληση από ένα συγχωριανό να πάνε στο Τζάκσονβιλ, κοντά στο Σικάγο να δουλέψουν στους σιδηρόδρομους.


«πουν ατιε για ερ’ντ» (η δουλειά εκεί είναι σκληρή) τους είπε ο Λούκα. Αυτός πήγαινε κι ερχόταν στην Σικελία κι έψαχνε για διάφορα άτομα. Κάτι σαν ατζέντης. Τους είπε ότι μπορεί να τους τακτοποιήσει στην Νέα Υόρκη σε εστιατόρια και καζίνα, καφέ σαντάν. «ιτ βλα ντο τ’ μαρ σιουμ παρά π’ρ τ’ κ’ντον’. Γκιγκιου τσι τ’ θομ» (ο αδελφός σου θα πάρει πολλά λεφτά για να τραγουδάει. Άκου τι σου λέω) είπε ο Λούκα.


Όταν ξεμπέρδεψαν με τους ελέγχους και πήραν σφραγισμένα τα χαρτιά, μόλις πάτησαν στην προβλήτα της Νέας Υόρκης, φιλήθηκαν και χαιρετήθηκαν με τους άλλους και ο Λούκα, μαζί με άλλους Σικελούς τους πήρε μαζί του.


Με τραμ φτάσανε σε μια περιοχή με μικρά σπίτια. Παιδιά έπαιζαν στις λάσπες και μαμάδες φώναζαν. Μαγαζιά είχε στα πεζοδρόμια.


Φτάσανε σε ένα ρεστοράν. Κάτσανε και σε λίγο ήρθαν στο τραπέζι τους δύο τύποι.


«Μιρ σ’ έρδ’τ. Λούκα να θα σε ψε ντόνι πούν» (καλώς ήρθατε. Ο Λούκα μας είπε ότι θέλετε δουλειά)


Ο Λιάμης κούνησε το κεφάλι καταφατικά «ντούαμ» (θέλουμε).


«μιρ. Ρίνι κουτού, χάνι πίνι δε ντο τ’ βιμ΄πράπα) (καλά. Καθήστε εδώ, φάτε πιέτε και θα έρθουμε πάλι) κι έφυγαν.


Πράγματι σε λίγο το τραπέζι γέμισε με κάτι τεράστιες μπριζόλες, πατάτες, κρασί. Τα αδέλφια άρχισαν να τρώνε και να πίνουν.


Κι έτσι ο Κίτσιος άρχισε να δουλεύει στο «ρεστοράν», στην κουζίνα κι όταν πέρασε λίγος καιρός κι έμαθε τα αμερικάνικα και κάτι Ιταλικά τραγούδια, ήταν πλέον τραγουδιστής. Ωραίος, κομψός, είχε γκραν σουξέ και πολλές επιτυχίες στις γυναίκες.


Ο Λιάμης άρχισε να δουλεύει στα σφαγεία. Έμαθε γρήγορα την δουλειά κι έτσι που ήταν γερός δεν είχε πρόβλημα. Μια φορά με μια γροθιά ξάπλωσε κάτω ένα βόδι.


Τα δύο αδέλφια ζούσαν μαζί σε ένα δωμάτιο που τούς εξασφάλισε ο Λούκα.


Όταν γύριζε από την δουλειά ο Λιάμης, πήγαινε στο ρεστοράν κι από μια γωνιά άκουγε του Κίτσιο που τραγουδούσε και που τώρα είχε γίνει «Κρις». Του κάθονταν στα γόνατα οι χορεύτριες και τον φιλούσαν κι ο Λιάμης ζήλευε. Αυτόν, άγριο και σκυθρωπό, καμία δεν τον πλησίαζε.


Μια βραδιά έγινε μια φασαρία και κάποιος πήγε να κτυπήσει τον Κρις. Για πότε βρέθηκε έξω από το μαγαζί με το πλευρά σπασμένα από τις μπουνιές του Λιάμη ούτε αυτός το κατάλαβε. Από τότε ο Λιάμης αναβαθμίστηκε σε επίσημο "μπράβο" του καταστήματος κι έφυγε από τα σφαγεία. Ο Λούκας κατά καιρούς του «ανέθετε» κι άλλες τέτοιες «εργασίες τακτοποίησης». Ήταν η περίοδος που οργανωνόταν η Μαφία στην περιοχή και γρήγορα ο Λιάμης είχε δουλειές να κάνει.


Είχαν περάσει μερικά χρόνια. Από την πατρίδα τα νέα ήταν άσχημα: πόλεμος. Μάλιστα σε ένα γράμμα ο μπάρμπα Πήλιος τους έγραφε πως δύο αδέλφια τους είχαν πάει στρατιώτες κι ότι ίσως έπρεπε κι εκείνοι να γυρίσουν πίσω.


Αλλά τα πράγματα πήγαιναν καλά για τα δύο αδέλφια. Το αστέρι του Κρις έλαμπε στο καλλιτεχνικό στερέωμα και ο Λιάμης στοίβαζε στα σοκάκια της συνοικίας τους αντίπαλους της συμμορίας.


Κάποια χαράματα ο Λιάμης ξύπνησε και δίπλα του ο Κρίς είχε πεθάνει αιφνιδιαστικά στον ύπνο του. Από τότε έπαθε το μυαλό του. Περπατούσε όλη ημέρα και πήγαινε σε διάφορα στέκια γνωστών. Καθόταν σιωπηλός σε μια γωνιά. Κουνούσε το κεφάλι και ψιθύριζε «ψο βλα σκιε γκ’» (σώπα αδελφε δεν έχεις τίποτα). Σε λίγο έφευγε για την επόμενη στάση. Χαλούσε ένα ζευγάρι παπούτσια σε δύο εβδομάδες κι αυτό ήταν το βασικό έξοδο της Οικογένειας. Διότι εξακολουθούσε να δέρνει και να «τακτοποιεί» όταν ο Λούκα του το ζητούσε.


Η τελευταία φορά που υπήρξε επικοινωνία με το χωριό ήταν στα 1948. Ένας από τους ανιψιούς του ήταν στην Μακρόνησο προς «ανάνηψη» και ο Λιάμης ως θείος σώφρων και μη ξέροντας ακριβώς τι γίνεται στην Ελλάδα, του έστειλε 10 δολλάρια και στο δελτάριο έγραφε «αγαπητέ ανιψιέ να είσαι καλά και να προσέχεις τους κομμουνιστές. Εδώ τους ταχτοποιώ καλά. Μαθαίνω ότι εκεί παίρνουν τα παιδιά». Ο ανιψιός κράτησε το 10δόλλαρο κι έσκισε τσαντισμένος το δελτάριο.


Ο Λιάμης χάθηκε στην Ν. Υορκη και δεν μάθαμε τίποτα για αυτόν ξανά.

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2021

 Πληγωμένα άλογα


Ποτέ δεν ήμουν διαβαστερός. Το διάβασμα το βαριόμουν αφάνταστα και για αυτό προφανώς και δεν προχώρησα στις σπουδές μου επαγγελματικώς. Έμεινα ένας απλός υπάλληλος του οποίου η ζωή υπήρξε και συνεχίζει να είναι εντελώς συνηθισμένη κι απολύτως προβλέψιμη.

Κατά καιρούς ακούω ή έχω φίλους που παρακολουθούν αυτά τα θέματα, και μου λένε να διαβάσω κάποιο βιβλίο, συνήθως μυθιστόρημα η διήγημα. Λοιπόν μού κάνει εντύπωση ότι σε αυτά περιγράφονται όλο ακραίες καταστάσεις και περίεργες. Μέχρι κάποια χρόνια απορούσα που τα φαντάζονται όλα αυτά οι λογής γραφιάδες αλλά με τον καιρό, βλέποντας στην τηλεόραση αλλά και στις εφημερίδες κάθε είδους διαστροφή κι έγκλημα, πήρα την απάντηση.

Οπότε η ζωή η δική μου, δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για κανένα συγγραφέα και κανείς δεν θα ασχοληθεί μαζί μου. Από αυτή την άποψη νομίζω ότι έχω κερδίσει κάτι: η ζωή μου είναι απολύτως δική μου!

Ζω λοιπόν μια συνηθισμένη ζωή, σαν την δική σας φαντάζομαι, κι ο λόγος που γράφω τώρα είναι η θειά Βασίλω.

Μέχρι πρόσφατα ήμουν παντρεμένος με την Ελένη. Παιδιά δεν κάναμε και η ζωή μας ήταν εντελώς απλή και χωρίς απαιτήσεις. Με την Ελένη γνωριστήκαμε κατά τύχη αλλά τώρα δεν θυμάμαι που ακριβώς. Στην Αθήνα κάπου. Παντρευτήκαμε εντελώς συνηθισμένα και ζούσαμε στα Κάτω Πατήσια, σε ένα δυάρι, στο νοίκι.

Αφού δεν ήμουν καλός μαθητής, ήρθα στην Αθήνα σε μια τεχνική σχόλη και κόλλησα στο Τμήμα Τεχνικής υποστήριξης σε μια επιχείρηση που πουλούσε πλυντήρια σε ξενοδοχεία και νοσοκομεία. Η Ελένη δούλευε σε ένα σούπερ μάρκετ: ξεκίνησε από καθαρίστρια κι είχε φτάσει να είναι στο ταμείο.

Ζούσαμε με έναν απλό τρόπο που ο καθένας μπορεί να τον φανταστεί: σπίτι – δουλειά – σπίτι. Στο χωριό πήγαινα σπάνια κι ειδικά από όταν πέθαναν οι γονείς μου δεν πήγαινα σχεδόν καθόλου. Ό,τι κτήματα είχαμε πήγαν για προίκα στην αδελφή μου με την οποία δεν είχαμε και πολλά: κανά τηλέφωνο στις γιορτές ή κάνα νέο για κηδείες.

Εμένα μού άρεσε η ζωή αυτή, πολύ. Το ίδιο και στην Ελένη. Και οι δύο είμαστε άνθρωποι του μέσου όρους σε όλα μας εκτός από τα παιδιά. Όσο το σκέφτομαι πάντως ούτε τα πολυθέλαμε –η Ελένη κυρίως- διότι κάτι θα είχαμε κάνει. Αλλά εφόσον δεν προέκυπτε εγκυμοσύνη με το απολύτως σύντομο και απλό σεξ που κάναμε, κανείς μας δεν αναζήτησε άλλη λύση. Εξ άλλου τότε μόνον οι εκκλησίες υπήρχαν και τα μοναστήρια αλλά σε εμάς αυτό δεν είχε «κολλήσει».

Πέρασαν τα χρόνια και πενηνταρίσαμε αμφότεροι η Ελένη δύο χρόνια πιο μικρή από εμένα και η μόνη διαφορά στην ζωή μας ήταν οι εκδρομές: οι συνάδελφοι της Ελένης στο σούπερ μάρκετ πήγαιναν εκδρομές ανά την Ελλάδα οπότε ακολουθούσα κι εγώ, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον.  Εκεί είδα ότι όλοι σχεδόν είναι σαν κι εμάς, εντελώς απλοί και προβλέψιμοι, χωρίς κανένα ενδιαφέρον για να γίνουν ήρωες σε βιβλία. Ακόμα κι εκείνοι που είχαν παιδιά μιλούσαν με τον ίδιο τρόπο και χρησιμοποιούσαν τους ίδιους όρους, οπότε σκεφτόμουν ότι πάλι τα ίδια είμαστε.

Κατάλαβα ότι αυτή η ζωή ήταν η δική μου ευτυχισμένη ανάγνωση του κόσμου και ο απόλυτος έρωτας για εμένα όταν αρρώστησε με το . . . «καταραμένο»  η Ελένη. Εκδηλώθηκε καρκίνος άγριος πεινασμένος και μέσα σε έξι μήνες την έφαγε.

Έβλεπα που σταφίδιαζε το κορμί της καθώς μπαινοβγαίναμε στα νοσοκομεία για τις θεραπείες κι ένοιωθα να την αγαπάω πιο πολύ. Δεν ήθελα να μού πεθάνει. Δεν ήθελα να μείνω μόνος διότι με την Ελένη, τώρα το κατανοούσα, ζούσα πραγματικά.

ΚΙ ένα βράδυ, προς το τέλος, κατέβηκα κάτω στο εκκλησάκι του νοσοκομείου, εγώ που δεν είχα ποτέ σκεφτεί γα εκκλησία και παπάδες. Κι εκεί, μαζί με κάτι γύφτισσες, ακούμπησα το μέτωπο μου στην μπροστινή καρέκλα κι έλεγα συνέχεια «γιατί;». Δεν ήξερα άλλη προσευχή και δεν ήξερα και πώς να μιλήσω στον Θεό ή στους αγίους. Μόνον ένα «γιατί;» και τίποτα άλλο. Κι εκείνο το βράδυ, εκεί, έκλαψα βαθειά όσο δεν είχα κλάψει ποτέ πριν και για κανένα. Έκλαψα για την Ελένη, για εμένα τόσο πολύ που δεν ξανάκλαψα πότε πια. Ούτε όταν έγινε η κηδεία στο χωριό –που να βρεις θέση στα νεκροταφεία της Αθήνας!

Κι έτσι άρχισα να πηγαίνω στο χωριό και πάλι. Είχε αλλάξει το χωριό: είχαν κτιστεί καινούργια σπίτια, είχε επεκταθεί προς τα έξω, κάτι στενούρες που ήξερα για δρόμους  τις είχαν κλείσει οι γείτονες. Πολλά σπίτια είχαν κλείσει. Οι ιδιοκτήτες είχαν πεθάνει και τα παιδιά ζούσαν εδώ και χρόνια στην Αθήνα.

Με την αδελφή μου συμφωνήσαμε και μού έδωσε ένα μικρό αποθηκάκι στην αυλή και το έκανα . . . γκαρσονιέρα. Εξάλλου, το παλιό μεγάλο σπίτι του πατέρα μας με τις αποθήκες έμενε άδειο. Ο γαμπρός μου δούλευε σε εργοστάσιο και τώρα ήταν στην σύνταξη και οι δύο κόρες της αδελφής μου είχαν παντρευτεί η μία στον Βόλο κι η άλλη στην Δράμα.

«αδερφέ, τώρα όλοι μόνοι μας είμαστε» μού είπε χωρίς κανένα συναίσθημα η αδελφή μου όταν μού έδωσε το αποθηκάκι.

Πήγαινα στο χωριό κάθε Σάββατο κι έφευγα την Κυριακή το βράδυ. Έβγαινα στο καφενείο και στην αρχή όλο και κάποιος με καλούσε στο τραπέζι, με κερνούσε. Με τον καιρό, κέρασα κι εγώ αλλά καθώς για ποδόσφαιρο δεν ήξερα, τα αγροτικά και τα πολιτικά τα αγνοούσα, ξερή και πρέφα δεν ήξερα, με αφήναν μόνο μου κι εγώ άφηνα τους ήχους τους καφενείου να με κυκλώνουν.

Κι εδώ συνειδητοποιούσα ότι οι βίοι των ανθρώπων όλων είναι έξω από τα μυθιστορήματα.  Απλοί, προβλέψιμοι, βαρετοί. Δηλαδή τα μυθιστορήματα δείχνουν μια ζωή εκτός της ζωής μας κι ίσως για αυτό να αρέσουν; Αλλά τότε ποια η χρησιμότητά τους; Τέλος πάντων.

Αυτό μού έδωσε μια κάποια ηρεμία διότι μετά την κηδεία της Ελένης, είχα αρχίσει να σκέφτομαι ότι η ζωή μου πήγε τζάμπα κι ότι μια τέτοια ζωή δεν αξίζει. Και να τώρα που έβλεπα ότι τελικά αυτή είναι η ζωή των ανθρώπων και με έπιασε μια απορία για το τι θα γίνει τελικά και με εμένα και με όλους αυτούς γύρω μου. Δηλαδή το νόημα της ζωής τώρα ήταν να δω τελικά την εξέλιξη της ζωής της δικής μου και των άλλων γύρω μου που παρόλες τις προβλέψεις είχε μερικές παρεκκλίσεις. Για να δούμε λοιπόν.

Πήγαινα στο νεκροταφείο συχνά όχι τόσο για να ανάβω το καντήλι της Ελένης –τα έφτιαχνε η αδελφή μυ αυτά- όσο για να βλέπω τους τάφους και να θυμάμαι τους νεκρούς όπως τους ήξερα κι έτσι θυμόμουν και τα παιδικά μου χρόνια.

Θυμάμαι τον γείτονα μας τον κυρ Μήτσο, τεχνίτης τρακτέρ και λοιπών εξαρτημάτων. Όταν είχα πεθάνει, είχε μαζευτεί όλο το χωρίο να τον τιμήσει. Έφτιαχνε τα πάντα: υνιά για όργωμα, καλλιεργητές, αλέτρια. Τον θυμόμουν γελαστό γέρο που είχα πάει μια φορά να κολλήσω κάτι ρουλεμάν στο πατίνι μου. Και τον έβλεπα τώρα να μού χαμογελάει θλιμμένα στην φωτογραφία στο μνήμα του και να γράφει την ηλικία θανάτου του 55 ετών. 55 ετών γέρος! Κι εγώ νάμαι στα 62.

Φεύγοντας από το νεκροταφείο, ανέβαινα προς την αγορά  κι ακούω το όνομα μου «Βαγγέλ’ έλα να πιούμε έναν καφέ». Ήταν η παλιά συμμαθήτρια μου, η Μαρία, που κι αυτή είχε χάσει τον άνδρα της πριν μερικά χρόνια. Αλλά αυτή είχε τα παιδιά της και τα εγγόνια της, σκεφτόμουν.

Πήγα. Η Μαρία δεν σταμάτησε να μιλάει. Μέχρι να γίνει ο καφές και να το πιούμε πέρασε όλη την ζωή μας από τα παιδικά μας χρόνια μέχρι και τα εγγόνια της που δεν τώρα πια δεν κάνουν επιδείξεις όπως εμείς τότε; Θυμάσαι;

Τέλος πάντων, σηκώθηκα να φύγω. Την ευχαρίστησα και της είπα ότι ίσως ξαναπεράσω.

Είδα στο παράθυρο να με κοιτά η θεία Βασίλω, πρώτη ξαδέλφη της μάνας μου. Δεν γινόταν να μην πάω.

«τ΄ τ΄ πιέκ καφέ;» (να σού ψήσω καφέ;) με ρώτησε όταν κάθισα.

«γιο βρε θιάκ, πιβα νε Μαρίεν» (όχι βρε θεία, ήπια στης Μαρίας)

«Ο τ΄ βιν΄νι τσίπουρο μπαρμπάτσι τ΄» (θα σου βάλω ένα τσίπουρο του θείου)

Η θεία Βασίλω ήταν μια γλυκομίλητη γυναίκα και πάντα καλότροπη.

«μιρ’ μπ΄ρε κου βάιτε να Μαρίεν. Κάλjι ι λιαβοσουρ' ψαξ τ' τσσονν' καλj'τ' λιαβοσουρ' π' ρ λj'πινν'ν λιαβομ'τ ετουρε νίρι νίτριτ». (καλά έκανες που πήγες από της Μαρίας. Το πληγωμένο άλογο ψάχνει να βρεί το πληγωμένο άλογο για να γλύφει το ένα το άλλο τις πληγές του) και γέλασε η θειά Βασίλω.

ΚΙ έτσι η θειά Βασίλω με ώθησε στο να κτυπώ τα πλήκτρα τώρα.

Καθώς περνάνε τα χρόνια βλέπω να γινόμαστε πολλά τα γέρικα πληγιασμένα άλογα και δεν θα ήθελα να ακούω τις σιχαμένες μύγες να μου ρουφάνε το αίμα. Πιο καλά ένα άλλο άλογο να είναι στο πλάι μου.

Διάφορα