Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Προτάσεις προς διαπραγματευτές



Κάθε διαπραγμάτευση θέλει προετοιμασία ανάλογη με τη σημασία της έτσι όπως την αντιλαμβάνονται οι διαπραγματευόμενοι καθένας από την μεριά του. Όσοι έκαναν κατά καιρούς διαπραγματεύσεις με Γερμανούς (αλλά το ίδιο ισχύει και για τα μέλη της τρόϊκας) διαπίστωσαν ότι προσέρχονται στην συζήτηση πολύ καλά προετοιμασμένοι και κυρίως έχουν μελετήσει καλά τις δυνατότητες και τα όρια του αντίπαλου, της Ελληνικής πλευράς εν προκειμένω. Είναι πολύ πιθανόν ότι ξέρουν πολύ καλύτερα από τους δικούς μας τα αριθμητικά δεδομένα και τώρα μας περιμένουν.
Εάν η διαπραγμάτευση γίνει μόνον επί των αριθμών –κι εκεί θέλουν να το πάμε οι τροίκανοι και για αυτό επικαλούνται την «λογική» και το «συγκεκριμένο»- τότε είναι προφανές ότι τα περιθώρια ελιγμών είναι ελάχιστα για τον πιο αδύναμο παίκτη, την Ελληνική πλευρά δηλαδή. Εκείνο που έχει συμβεί μέχρι σήμερα στις συζητήσεις –διαπραγματεύσεις δεν τις λέω με τίποτα- των ελλήνων αντιπροσώπων με τους ξένους, είναι ότι οι έλληνες προσέρχονταν σε αυτές έχοντας εκ προοιμίου αποδεχθεί το πολιτικό σκεπτικό των άλλων. Δηλαδή αποδέχτηκαν ότι «οι Έλληνες είναι ένα διεφθαρμένο τεμπέλικο έθνος και πρέπει να μάθει να εργάζεται και να τηρεί τις δεσμεύσεις του με το ζόρι» και τα τοιαύτα. Έτσι από την αρχή, βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο απολογούμενοι ή κατηγορώντας τους προηγούμενους –που ήταν παρόμοιοι- κι  έκαναν έτσι την δουλειά εύκολη για τους πιστωτές μας που περιορίστηκαν στο να ετοιμάσουν τα έγγραφα που οι δικοί μας θα υπέγραφαν.

Η Ελληνική πλευρά ποτέ δεν επεξεργάστηκε ένα πολιτικό πλαίσιο για την επιχειρηματολογία της διότι ποτέ δεν ασχολήθηκε ουσιαστικά με το ελληνικό πρόβλημα. Μπορεί να ακούγεται υπερβολικό αλλά αυτή είναι η απλή αλήθεια. Οι Έλληνες πολιτικοί θεώρησαν ως αληθή δεδομένα τις κοινοτυπίες περί της ανικανότητας ή της ανεπάρκειας του ελληνικού διοικητικού μηχανισμού και περιορίστηκαν σε κολπάκια δημιουργικής λογιστικής (Greek statistics) που ήταν εύκολο να αποδομηθούν. Το έκαναν αυτό διότι ήξεραν ότι αν έσκαβαν λίγο πιο βαθειά, θα σκόνταφταν στο σύστημα που οι ίδιοι άφησαν να δημιουργηθεί πολλά χρόνια. Η «μικρή παραγωγικότητα» του δημόσιου τομέα ήταν ο χώρος για την επίδειξη μιας πελατειακής σχέσης υψηλού «ψηφοσυλλεκτικού» δυναμικού αφενός και της ικανοποίησης ιδιαιτέρως επιχειρηματικών συμφερόντων αφετέρου.
Ο όρος «διαπλοκή» απλώς αποδίδει την ελαχιστοποίηση του (υπερταξικού) ρυθμιστικού ρόλου του κράτους και την απορρόφηση αυτής της λειτουργίας του από τα κομματικά γραφεία ΝΔΠΑΣΟΚ σε μια μόνιμη προεκλογική υπερδιέγερση.
Μια διαπραγμάτευση με του πιστωτές μας, κανονικά θα έπρεπε να τεθεί στην βάση μιας πολιτικής καταδίκης αυτού του συστήματος που και εκείνοι ανέχτηκαν. Διότι η ανεπάρκεια δημόσιου αλλά και ιδιωτικού τομέα ως προς τις αλλαγές που έπρεπε να έχουν υλοποιηθεί εδώ και καιρό –αλλαγές που ο διεθνής περίγυρος επιβάλλει- άφηνε χώρο στις μεγάλες επιχειρήσεις  (Siemens, κ.α) να «αλωνίζουν» και να ωφελούνται.
Για την τρόικα, οι έλληνες πολιτικοί αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων διότι δεν μπόρεσαν να λύσουν –ακόμα και εις βάρος των πολιτών- το πρόβλημα της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας αλλά και της εξασφάλισης των τόκων τους. Σε άλλους καιρούς θα τους είχαν απολύσει. Τώρα, χάρη στην «εθνική κυριαρχία» περιορίζονται στον να τους λοιδορούν.
Οι συγκεκριμένοι ηγέτες, Σαμαράς και Βενιζέλος, δεν είναι καλοί διαπραγματευτές και διότι είναι απολύτως προβλέψιμοι αλλά και διότι προσέρχονται στις διαπραγματεύσεις με αισθήματα ενοχής και ανεπάρκειας. Θυμήσου πως αντιμετώπιζαν τον Σαμαρά οι δικοί του στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και την γλώσσα σώματος του Βενιζέλου στην συνάντησή του με τον Πρόεδρο των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών την επομένη της συνάντησης του δεύτερου με τον Τσίπρα. Ξευτίλα!
Το ύστατο επιχείρημα αυτών των πολιτικών, θα είναι εκείνο του ζήτουλα: «δώστε μας κάτι να δώσουμε στους Έλληνες για να επιβιώσουμε διότι αλλιώς χανόμαστε κι εμείς κι εσείς χάνετε τα λεφτά σας». Αλλά αυτό δεν είναι επιχείρημα. Κανείς ποτέ δεν λυπήθηκε έναν ζήτουλα. Όταν παίζονται λεφτά, εκείνο που μετράει είναι η αξιοπιστία του συνομιλητή και αυτών (ΝΔΠΑΣΟΚ) έχει καταρρεύσει, εντός κι εκτός της χώρας.
Με την ευκαιρία να σου πω ότι η χαμηλή ποιότητα των ΝΔΠΑΣΟΚ προκαλεί αντίστοιχη μείωση ποιοτικών χαρακτηριστικών στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Άρης Βελουχιώτης έλεγε σε κάποιον Δεξιό της εποχής όταν εκείνος εξέφρασε την (εν μέρει δικαιολογημένη) απαρέσκεια του για τον τρόπο δράσης των Εαμιτών: «κι εμείς κακό χερόβολο κι εσείς κακό δεμάτι». Η ποιότητα των πολιτικών ηγετών δεν είναι μονοδιάστατη αλλά επιμερίζεται σε όλες τις πολιτικές παρατάξεις. Σε κάθε ιστορική περίοδο μάλιστα είναι συγκεκριμένη.
Ας επιστρέψω όμως στις διαπραγματεύσεις. Εάν λοιπόν αυτό το μοντέλο διαπραγματεύσεων, που είχαμε μέχρι τώρα, δεν έχει νόημα, το ερώτημα είναι ποιο είναι το άλλο μοντέλο; Κι εδώ υπάρχει πρόβλημα διότι ούτε το άλλο μοντέλο έχει διαμορφωθεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή, δεν έχει αναπτύξει κάποιο πλαίσιο για αυτή την διαπραγμάτευση –πολύ κακώς λέω εγώ- διότι ακόμα δεν πιστεύει ότι μπορεί να κυβερνήσει. Τα επιχειρήματα για αυτό είναι πολλά αλλά είναι υπόθεση άλλης συζήτησης.
Αυτό τον καιρό (μετεκλογικά δηλαδή) είχα την δυνατότητα να παρευρεθώ σε διάφορες συναντήσεις του ΣΥΡΙΖΑ και διαπίστωσα ότι η ηγεσία του δεν πιστεύει ακόμα ότι μπορεί να είναι κυβέρνηση. Μιλάνε κι εργάζονται με τον κλασσικό προεκλογικό τρόπο ενός μικρού κόμματος της Αριστεράς κι όχι ως μια μεγάλη πολιτική παράταξη που μπορεί και πρέπει να κυβερνήσει, που μπορεί και πρέπει να εμπνεύσει μια νέα εθνική προσπάθεια .
Αν συνέβαινε το δεύτερο –ας πούμε ότι συμβαίνει κι ότι εγώ κάνω λάθος- τότε θα έπρεπε ο ΣΥΡΙΖΑ να έχει αρχίσει ήδη να εργάζεται σε δύο άξονες:
  1. Κατανόηση του προβλήματος της ελληνικής οικονομικής διοικητικής μηχανής, όχι συνθηματολογικά και γενικά, αλλά συγκεκριμένα: τα στελέχη και τα μέλη που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει στις διάφορες υπηρεσίες θα έπρεπε να κάνουν υπερωρίες και να συλλέγουν τα νούμερα και τις πληροφορίες για αυτό. Προσωπικά γνωρίζω τουλάχιστον 10 άτομα, στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ σε καίριες θέσεις σε Εφορίες και Υπουργεία και δεν τους έχει ενοχλήσει κανείς!
Όλα αυτά αλλά και άλλα, επιβεβαιώνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει μόνο προς το εσωτερικό της χώρας, προς ψηφοφόρους ενώ θα έπρεπε ήδη να διαμορφώνει πρόγραμμα εξουσίας. Διότι ακόμα και η ΝΔ να βγει πρώτο κόμμα, εκ των πραγμάτων δεν θα μπορεί να κυβερνήσει πέρα από 3μηνο. Ο ΣΥΡΙΖΑ χάνει χρόνο και αυτό θα του κοστίσει.
Οπότε η κυβερνητική εξουσία θα προσφερθεί κυριολεκτικά στην Αριστερά διότι θα είναι η τελευταία ευκαιρία του συστήματος για τον απαραίτητο ελάχιστο εκσυγχρονισμό της ελληνική οικονομίας και κοινωνίας, ενός εγχειρήματος που μένει μετέωρο από την εποχή του ΕΑΜ. Αυτόν  τον εκσυγχρονισμό τον θέλει το Ευρωπαϊκό σύστημα προς το παρόν και το θέμα είναι αν ο εκσυγχρονισμός αυτός θα προχωρήσει και σε αλλαγές του όλου παραγωγικού μοντέλου. Διότι μέχρις εδώ είναι ο λόγος της ΔΗΜΑΡ ή ενός μετανιωμένου και ανανεωμένου ΠΑΣΟΚ.
Ο εκσυγχρονισμός αυτός είναι η μισή δουλειά και θα είναι κρίμα ο ΣΥΡΙΖΑ να περιοριστεί στο να κάνει τα δύσκολα, να χρεωθεί όλο το κόστος ανατροπής ηθών και διασυνδέσεων και να αφήσει μετά την εξουσία για τα κινήματα διαμαρτυρίας και τον διαλογισμό περί σοσιαλισμού.
  1. Το δεύτερο στάδιο είναι η διαμόρφωση μιας εθνικού επιπέδου στρατηγικής διαπραγμάτευσης με την τρόικα. Να παίξει τον ρόλο του εθνικού εκπροσώπου, όλου του λαού δηλαδή και όλων των παραγωγικών τάξεων που τώρα χάνουν από μνημονιακές εφαρμογές.
Η επαφή με όλες τις επαγγελματικές κατηγορίες (επιχειρηματίες μικρού και μεγάλοι, αγροτικοί φορείς, ΓΣΕΕ, κλπ.) θα έχει σκοπό στο να «μάθει» ο ΣΥΡΙΖΑ τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και τις επιδιώξεις τους όχι με πνεύμα αντιπολιτευτικό αλλά κυβερνητικό. Να αποσπάσει συναίνεση «αντιμνημονιακή» επί συγκεκριμένων αιτημάτων και προβλημάτων, να τεκμηριώσει ακόμα πιο πολύ τις ιδέες του και να παρατήσει τον καταγγελτικό λόγο του. Επιχειρήματα χρειάζεται ενόψει των διαπραγματεύσεων με την τρόικα που πρέπει να στηρίζονται σε συμφέροντα και όχι σε ιδεοληψίες.  Σε όποιες υπηρεσίες κι επιχειρήσεις πήγαν αυτό τον καιρό τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ (και ο Τσίπρας) περιορίστηκαν σε συμβατική προεκλογική παρουσία και όχι σε στρατηγικού επιπέδου προετοιμασία, ως μελλοντικοί κυβερνήτες.
Επίσης σε αντίθεση με τους ΣαμαράΒενιζέλους, οι νέοι μας διαπραγματευτές πρέπει να πάνε στις διαπραγματεύσεις ως αντιπρόσωποι των πολιτών αυτής της χώρας κι όχι ως τοποτηρητές των πιστωτών. Όταν πιστεύεις ότι είσαι εκπρόσωπος του Λαού κι όταν έχεις καταφέρει την εθνική ενότητα, τότε ο Λαός εδώ παίρνει την θέση του Θεού και καμία μικρή και αδύναμη χώρα δεν θα είναι σε χειρότερη θέση από τον βιβλικό Δαυίδ στην σύγκρουσή της με τους πιστωτές Γολιάθ της.
Το αποτέλεσμα θα είναι ο εξής πολιτικός λόγος προς αυτούς:
«Κύριοι, οι προηγούμενοι συνομιλητές σας προσπάθησαν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην κολακεία προς εσάς και στην κοροϊδία προς τους πολίτες της Ελλάδας. Αυτό δεν πέρασε στον κόσμο, σακάτεψε την οικονομία και τώρα απειλεί να οδηγήσει σε πλήρη κατάρρευση του συστήματος. Οι προηγούμενοι συνομιλητές σας δεν μπόρεσαν να προβούν στις μεταρρυθμίσεις που φαίνονταν χρήσιμες και αναγκαίες διότι είχαν λερωμένη την φωλιά τους. Διότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές λειτουργούσαν αυτοκτονικά για το πολιτικό σύστημα που είχαν δημιουργήσει. Εσείς το ξέρετε καλά αυτό διότι ωφεληθήκατε τα μάλα. Εμείς, η νέα κυβέρνηση, είμαστε άλλοι. Εκτιμάμε ρεαλιστικά τα πράγματα και θέλουμε να υλοποιήσουμε το πρόγραμμα μας που δεν τίποτα περισσότερο από ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Επειδή κι εσείς είστε ρεαλιστές, ελάτε να συζητήσουμε τον τρόπο της συνεργασίας μας για να βοηθηθούμε αμφότεροι. Εμείς εκείνο που θέλουμε είναι χρόνο. Χρόνο για να μάθουμε με ακρίβεια τι διάολο γίνεται στις κρατικές υπηρεσίες μας. Χρόνο για να εμπεδώσουμε το απαραίτητο πνεύμα εμπιστοσύνης στους πολίτες προς την νέα διακυβέρνηση και να επιστρέψουν τα χρήματα από τα σεντούκια στις τράπεζες. Χρόνο για να σχεδιάσουμε τα επόμενα βήματα. Ο χρόνος αυτός κοστίζει και θα πρέπει να αναλάβετε το κόστος εσείς. Εσείς θα χάσετε περισσότερα από εμάς (εμείς όχι ως Ελληνικός λαός αλλά ως ΣΥΡΙΖΑ) σε μια κυβερνητική κατάρρευση. Εμείς αναλαμβάνουμε την υποχρέωση να παίξουμε το παιχνίδι τίμια και ειλικρινά διότι δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε. Ιδού οι απόψεις όλων των παραγωγικών τάξεων και φορέων που μας εμπιστεύονται. Πρέπει να μας βοηθήσετε δια της ανοχής σας (οικονομικής και πολιτικής) διότι αλλιώς το ρίσκο σας πολλαπλασιάζεται».
Εκείνο που θα σώσει τον ΣΥΡΙΖΑ κι όλους μας είναι η ειλικρίνεια. Δυστυχώς οι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ ακόμα συμπεριφέρονται με δημοκρατικοσυγκερντρωτική λογική. Προσπαθούν να κρύψουν τις αδυναμίες τους. Αλλά δεν υπάρχουν μυστικά! Η ασπίδα του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ειλικρίνεια και όχι ο πολιτικάντικός λόγος. Η ειλικρίνεια που στηρίζεται στην διαπίστωση ότι δεν υπάρχει άλλη πολιτική δύναμη να σηκώσει αυτή την μεγάλη ευθύνη. Δεν έχει τίποτα να φοβηθεί ο Σ εάν μιλήσει με ειλικρίνεια και ως προς τα κινήματα και ξεκαθαρίσει την αλλαγή του ρόλου τους που θα είναι η συνεργασία με την κυβέρνηση της Αριστεράς κι όχι η εμμονή σε διαμαρτυρίες και αδιέξοδες αντικυβερνητικές κινήσεις. 


Κι αυτά πρέπει να γίνουν ΤΩΡΑ.


Ο πίνακας που κοσμεί το κείμενο είναι του Καραβάτζιο και απεικονίζει το τσοπανόπουλο Δαυίδ την στιγμή που αποτελειώνει τον γίγαντα Γολιάθ. 

2 σχόλια:

Διάφορα