Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

Μεγάλη Τρίτη θλίψης και απογοήτευσης



Άνοιξε ο καιρός, γλύκανε και με τις δουλειές της εποχής δεν είχα διάθεση να πατώ τα πλήκτρα. Αυτό το Σαββατοκύριακο κλάδεψα τις ελιές είδα που θέλουν ένα πέρασμα με τον καλλιεργητή για τα χόρτα που δεν κρατιούνται και άρχισαν να φουντώνουν. Τώρα που το χώμα κρατάει υγρασία και είναι αφράτο πρέπει να τις περάσω μια φορά

Τι να γράψω άλλωστε; Άσε που παρατηρώ ότι η συμμετοχή των αναγνωστών περιορίζεται: δεν βλέπω σχόλια και άλλες απόψεις, όχι πάντα αρνητικές. Σαν να βαρέθηκε ο κόσμος και δεν έχει άδικο. Με τις ομιλίες και τις κουβέντες μόνο δεν γίνεται προκοπή.  Προσυπογράφω την σχετική ανάρτηση στα ΘΕΣΠΙΑΚΑ και την αγωνία από το ΒΗΜΑ ΑΛΙΑΡΤΟΥ.

Θρήσκος δεν είμαι αλλά από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, η Μεγάλη εβδομάδα πάντα ήταν μια εβδομάδα θλίψης και κατάνυξης Υπήρχε μια ησυχία και μια ηρεμία παντού. Οι κουβέντες στα καφενεία επίσης σιγανές. Οι δουλειές γίνονταν γαλήνια: ασπρίσματα στις αυλές, προετοιμασίες. Οι γυναίκες πρωταγωνιστούν ίσως γιατί εκείνες έχουν πιο καλή σχέση με τον θάνατο αφού είναι οι ίδιες που δημιουργούν και την ζωή.

Μέσα στην αναγέννηση της άνοιξης, η μυρωδιά από τις πασχαλιές, μου θύμιζε την γλυκιά αναμονή για τη γιορτή της Κυριακής με το ψήσιμο του αρνιού και το γλέντι.

Την Κυριακή το βράδυ άκουσα την είδηση για την έκρηξη στα Πατήσια. Η οικογένεια αυτή (πατέρας, μητέρα, γιός και κόρη) άφησαν μια χώρα –Αφγανιστάν- που για χρόνια τώρα μαίνεται εμφύλιος πόλεμος με παρεμβάσεις ξένων και η πείνα και η ανασφάλεια τους έφερε στην Ελλάδα. Κλεισμένοι, κρυμμένοι σε φορτηγά, σε ψυγεία, σε αμπάρια λαθρεμπορικών πλοίων κατάφεραν να φτάσουν και να πεινάνε εδώ. Για να επιβιώσουν, έψαχναν στα σκουπίδια να βρουν κάτι να φάνε ή κάτι για να πουλήσουν στην αγορά στα παλιατζίδικα. Το κοριτσάκι βρήκε παρατημένο ένα σακίδιο. Ο γιός, παλληκαράκι δεκαπέντε χρονών, το άνοιξε και είδε μέσα ένα ρολόι με κάτι καλώδια. Προσπαθώντας να το ξεσυνδέσει, ο μηχανισμός εξεράγη και το παιδί σκοτώθηκε ενώ η μάνα του και η αδελφή του είναι τραυματισμένες στο νοσοκομείο. Ποιο σενάριο κινηματογραφικό να περιγράψει την γκαντεμιά τους και την δυστυχία τους!

Σήμερα θα πω για την Μεγάλη Τρίτη. Η ημέρα αυτή είναι για την Χριστιανούς συμπολίτες μας είναι αφιερωμένη στην ευαγγελική παραβολή των δέκα παρθένων προτρέποντας τους πιστούς να βρίσκονται σε συνεχή φροντίδα και επαγρύπνηση. Έτσι θα έπρεπε να ήμασταν και οι πολίτες αλλά δεν το βλέπω. Μωροί, τυφλοί αλλά βέβαιοι πορευόμαστε!

Τόσο όμως αυτή η ημέρα όσο και η αυριανή, η Μεγάλη Τετάρτη, έχουν ερωτικό περιεχόμενο επίσης. Σήμερα η Κασσιανή και αύριο η αμαρτωλή γυναίκα που άλειψε μύρο με τα μαλλιά της τα πόδια του Χριστού.

Η βυζαντινή ιστορία ήταν πάντα η χειρότερη περίοδος στην σχολική μου ζωή. Απανωτές ημερομηνίες πολέμων, πολιορκιών, Ιερών συνόδων, αυτοκράτορες που τυφλώνονταν και κλείνονταν σε μοναστήρια, θρησκευτικές συγκρούσεις και θεολογικά προβλήματα ακατανόητα.
Παρόλα αυτά, είχα διαβάσει την ιστορία της Κασσιανής, στα κλασικά εικονογραφημένα, σε κείμενο του Βασίλη Ρώτα και είχα εντυπωσιαστεί.

Ερωτική ιστορία με τα όλα της.

Εκεί περίπου στα 830 μ.Χ. η μητρυιά του νεαρού αυτοκράτορα Θεόφιλου, Ευφροσύνη, θέλοντας να βρει άξια σύζυγο στο θετό γιο της έστειλε διαταγή σε όλες τις διοικητικές περιφέρειες της αυτοκρατορίας («Θέματα» τις έλεγαν) να συγκεντρωθούν οι ωραιότερες κοπέλες και να παρουσιαστούν στο παλάτι ως υποψήφιες νύφες. Διαλέχτηκαν για την τελική φάση δώδεκα κοπέλες κι ανάμεσά τους η Κασσία ή Κασσιανή ή Εικασία, κόρη εξαίσιας ομορφιάς, η οποία καταγόταν από οικογένεια αρχόντων.

Όταν συγκεντρώθηκαν στην επίσημη αίθουσα, η Ευφροσύνη έδωσε στο Θεόφιλο ένα χρυσό μήλο να το προσφέρει στην κόρη που θα τον συγκινούσε περισσότερο. Εκείνος στράφηκε προς την Κασσία, εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της για να της προσφέρει το μήλο. Ιδιόρρυθμος και αλαζόνας καθώς ήταν της απηύθυνε ένα μάλλον  κακόβουλο ευφυολόγημα: "Εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα" δηλαδή «από την γυναίκα πηγάζουν όλα τα κακά

Η Κασσιανή κοκκίνισε, όπως λένε οι ιστορικοί, αλλά δεν τα έχασε και απάντησε «Αλλά και διά γυναικός πηγάζει τά κρείττω» δηλαδή «αλλά και από την γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα.»  

Να γιατί η ημέρα αυτή, η Μεγάλη Τρίτη έπρεπε να είναι η ημέρα της Σκεπτόμενης Γυναίκας και να γιορτάζεται μαζί την 8η Μαρτίου.

Ο ματαιόδοξος Θεόφιλος αντί να προσκυνήσει την ευφυΐα και το  θάρρος της και να την λατρέψει, αισθάνθηκε απειλή, τσαντίστηκε, της γύρισε την πλάτη, και έδωσε το χρυσό μήλο της εκλογής στη σιωπηλή Θεοδώρα που έστεκε δίπλα.

Ίσως από τότε να υπήρχε η φράση «η σιωπή είναι χρυσός!»

Στη συνέχεια η Κασσιανή αντί να ηγηθεί κινήματος ή να γίνει δημοσιογράφος, ή να κάνει μια ιστοσελίδα βρε αδελφέ, έγινε καλόγρια. Έδωσε την περιουσία της για να κτισθεί η περίφημη τότε μονή «Εικασίας της μοναχής».

«Εικασία» σημαίνει υπόθεση για κάτι που δεν είναι υπαρκτό αλλά μπορεί ως πιθανότητα να συμβεί. Δηλαδή σε αντίθεση με την ζωή που τρέχει και εξελίσσεται η διατύπωση εικασιών μας κλείνει στους τοίχους και μας αποτρέπει από την πραγματικότητα. Σαν το ανέκδοτο με τον γρύλλο. Σήμερα για παράδειγμα οι πολιτικοί μας  εκπρόσωποι (αλλά κι εμείς που τους ακολουθούμε) ζουν μέσα στις εικασίες  -ευσεβείς πόθους- και δεν έχουν τα κότσια να δουν την ωμή, πεζή πραγματικότητα και να διαμορφώσουν αντίστοιχες προτακτικές προτάσεις. Περισσεύουν τα μεγάλα λόγια!

Λοιπόν. στο Μοναστήρι η Κασσιανή έγραψε πολλά ποιήματα με τα οποία τραγούδησε την ευδαιμονία του μοναχικού βίου και δίδαξε βαθύτατη θεολογία. Επίσης έγραψε και άλλα συγγράμματα και συλλογές, προ πάντων όμως πάρα πολλά τροπάρια, ιδιόμελα, εκκλησιαστικούς ύμνους κ.λ.π.

Τι να έκανε η γυναίκα; Αυτή ήταν η διανόηση της εποχής αυτό έκανε κι εκείνη!

Το πιο γνωστό έργο της παραμένει  το «Τροπάριο της Κασσιανής», το οποίο είναι ένα ολοκληρωμένο σε σύλληψη ερωτικό ποίημα και ψάλλεται το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης στους Ιερούς Ναούς συγκεντρώνοντας πλήθη πιστών για να το ακούσουν. Άλλο υπέροχο ερωτικό ποίημα, πιο προκλητικό όμως, είναι το Άσμα Ασμάτων, από την Παλαιά Διαθήκη, που όμως αγνοείται παντελώς!

Σύμφωνα με μια παράδοση, ο αυτοκράτορας Θεόφιλος δεν λυτρώθηκε ποτέ από τον έρωτα που του ενέπνευσε η ομορφιά της Κασσιανής και την αναζητούσε στα Μοναστήρια της αυτοκρατορίας του.

Μια μέρα έφτασε στο μοναστήρι της, την ώρα που η Κασσιανή έγραφε το περίφημο ποίημα  που έγινε αργότερα τροπάριο και ψάλλεται κάθε Μεγάλη Τρίτη:

Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή . . .   Σε πρόχειρη μετάφραση:

Κύριε, η γυναίκα που πολλά σφάλματα έκανε, σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί εντός μου  είναι μαύρη σκοτεινιά, δίχως φεγγάρι από τη μανία του πάθους και τον έρωτας της αμαρτίας. Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων, εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας. Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου, εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης. Θα καταφιλήσω τα άχραντα πόδια σου, και θα τα σφουγγίσω πάλι με τις μπούκλες της κεφαλής μου. Αυτά τα πόδια που όταν  στον παράδεισο η Εύα ένα δειλινό . . .

Σταμάτησε στο σημείο αυτό καθώς άκουσε τον Θεόφιλο να έρχεται προς το κελί της κι έτρεξε να κρυφτεί για να αποφύγει την ανεπιθύμητη αυτή συνάντηση.  Ο Θεόφιλος θα ήθελε ερωτική περιπέτεια ενώ η Κασσιανή θα τα ήθελε όλα ή τίποτα και αυτό δεν ήταν πια δυνατό.

Ο Θεόφιλος, μπήκε στο κελί της, διάβασε το ημιτελές τροπάριο και θέλοντας να την προκαλέσει για μια ακόμα φορά, πήρε τη γραφίδα και συμπλήρωσε τη φράση  (σε μετάφραση)  άκουσε τον θόρυβο καθώς πλησίαζαν από το φόβο της κρύφτηκε, κάνοντας έτσι υπαινιγμό στο φόβο που η Κασσιανή  ένιωσε όταν άκουσε τον θόρυβο των βημάτων του.

Όταν ο Θεόφιλος έφυγε, η Κασσιανή γύρισε στο κελί της και με έκπληξη είδε την επέμβαση του Θεόφιλου. 

Χωρίς όμως να απαλείψει τη φράση –άλλωστε για τον άντρα αυτόν έγραφε-  συνέχισε και ολοκλήρωσε τον ύμνο της:  

Των λαθών μου τα πλήθη και της δικαιοσύνης σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάσει, ψυχοσώστη Σωτήρα μου; Μην καταφρονήσεις τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος

Στον έρωτα αυτό το μόνο που ολοκληρώθηκε ήταν το ποίημα – τροπάριο της Κασσιανής και αυτό με συγκινούσε, το ξαναθυμήθηκα και το μοιράζομαι μαζί σας.
 
Πριν από λίγο έμαθα πως μια Μαρία έφυγε σήμερα από κοντά μας; Η Μαρία Βαρθαλάμη. Χαμογελαστή και με γρήγορο περπάτημα. Πρόλαβε να χαρεί πολλά εγγόνια. Στον άντρα της Γιώργο λέω κουράγιο και στον Τάσο και τον Βασίλη να είναι καλά αυτοί και τα εγγόνια της, να θυμούνται τις καλές στιγμές που έζησαν μαζί της.

2 σχόλια:

  1. Έρμε, ιδού η ευαγγελική παραβολή ην ανέφερες:

    ...Τότε ὁμοιωθήσεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα παρθένοις, αἵτινες λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν τοῦ νυμφίου
    πέντε δὲ ἐξ αὐτῶν ἦσαν μωραὶ καὶ πέντε φρόνιμοι.
    αἱ γὰρ μωραὶ λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας αὐτῶν οὐκ ἔλαβον μεθ’ ἑαυτῶν ἔλαιον•
    αἱ δὲ φρόνιμοι ἔλαβον ἔλαιον ἐν τοῖς ἀγγείοις μετὰ τῶν λαμπάδων ἑαυτῶν.
    χρονίζοντος δὲ τοῦ νυμφίου ἐνύσταξαν πᾶσαι καὶ ἐκάθευδον.
    μέσης δὲ νυκτὸς κραυγὴ γέγονεν, Ἰδοὺ ὁ νυμφίος, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ.
    τότε ἠγέρθησαν πᾶσαι αἱ παρθένοι ἐκεῖναι καὶ ἐκόσμησαν τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν.
    αἱ δὲ μωραὶ ταῖς φρονίμοις εἶπαν, Δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν, ὅτι αἱ λαμπάδες ἡμῶν σβέννυνται.
    ἀπεκρίθησαν δὲ αἱ φρόνιμοι λέγουσαι, μήποτε οὐκ ἀρκέσῃ ἡμῖν καὶ ὑμῖν• πορεύεσθε μᾶλλον πρὸς τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράσατε ἑαυταῖς.
    ἀπερχομένων δὲ αὐτῶν ἀγοράσαι ἦλθεν ὁ νυμφίος, καὶ αἱ ἕτοιμοι εἰσῆλθον μετ’ αὐτοῦ εἰς τοὺς γάμους, καὶ ἐκλείσθη ἡ θύρα.
    ὕστερον δὲ ἔρχονται καὶ αἱ λοιπαὶ παρθένοι λέγουσαι, Κύριε κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν.
    ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν, Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς.
    Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν.

    Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον ΚΕ 1-13

    ---

    οπόθεν αι φρόνιμαι γυναίκαι διδάσκονται οτι πάντοτε οφείλουν να φέρουν μετ' αυτών έλαιον. Ελλείψη δε ελαίου ολίγην βαζελίνην ή μη μωραί αποκληθήσονται!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. -Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!
    -Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!
    -Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!
    -Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί!
    «Ποιὸς φταίει; Ποιὸς φταίει;... κανένα στόμα
    δὲν τὅβρε καὶ δὲν τὄπε ἀκόμα.

    Ἔτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα
    πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
    σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα
    ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ:
    δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα!
    προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!

    Αθάνατε Βάρναλη
    Καλή Ανάσταση

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Διάφορα