Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

με την Ιστορία να ανεβούμε λίγο ψηλότερα


Κι άλλες φορές έχουμε συζητήσει εδώ το θέμα της σχέσης μας με το ιστορικό παρελθόν του τόπου μας –της Ελλάδας αλλά και του Δήμου μας- που πράγματι είναι πλούσιο κι ενδιαφέρον.

Στη χώρα μας όμως, η Ιστορία ως επιστημονικό πεδίο, δέχεται απανωτά πλήγματα από τους διάφορους “ιδιοκτήτες”  του ένδοξου παρελθόντος, από κάθε γωνιά του ιδεολογικού και πολιτικού φάσματος. Ο καθένας επιθυμεί να “διαβάσει” το παρελθόν με τον δικό του τρόπο και μάλιστα επιδιώκει ο τρόπος αυτός να είναι χωρίς αντίρρηση αποδεκτός από τους άλλους. Θυμηθείτε τι έγινε πριν μερικά χρόνια με το εγχειρίδιο του μαθήματος της Ιστορίας στο σχολείο.

Μπορεί να μην διαβάζουμε πολύ και να μη “ψάχνουμε” αρκετά για τα ιστορικά γεγονότα αλλά είναι βέβαιο ότι όλοι έχουμε άποψη για τα γεγονότα αυτά που είναι η άποψη που το κόμμα μας ή οι πολιτικοί μας φίλοι έχουν καταφέρει να μας πείσουν ότι είναι η σωστή.

Για πολλά χρόνια, ίσως ακόμα και σήμερα, η διδασκαλία της Ιστορίας στα σχολεία είχε την μορφή της κατήχησης στην θρησκεία της εθνικοφροσύνης και στην συναισθηματικό βομβαρδισμό μας με το μεγαλείο της φυλής. Κι αυτό είχε αναμφισβήτητα επιτυχία. 

Σήμερα, λόγου χάρη, ο καθένας μας είναι έτοιμος να διαμαρτυρηθεί πολύ σωστά για τον αντιεπιστημονικό ισχυρισμό  ότι ο Αριστοτέλης είναι Σκοπιανός αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι μπορεί να πει τι ακριβώς ήταν και κυρίως τι σκέψεις διατύπωσε ο συγκεκριμένος σοφός.


Γεμίσαμε τα μυαλά μας με θρύλους ενδόξων ανδρών, ηρωικών πράξεων και δεν αφήσαμε χώρο στην κριτική μελέτη και γνώση των γεγονότων και κυρίως στην κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς αλλά και της λειτουργίας των θεσμών. Το πέπλο ηρωισμού και μεγαλείου κάλυψε την ουσία της ανθρώπινης πράξης και του ατομικού σε ορισμένες περιπτώσεις δράματος των πρωταγωνιστών αλλά και των απλών μετόχων στις πράξεις που αναγράφει το βιβλίο της Ιστορίας.

Η συγκίνηση για την ηρωική πράξη κάλυψε κι έπνιξε την κριτική σκέψη στα μαθητικά μυαλά μας και η ημιμάθεια μαζί με την ανάγκη “ιδεολογικής” στήριξης μας καλύπτει το έλλειμμα προσωπικής ευθύνης μας για τις αποφάσεις που λαμβάνονται ερήμην μας. 

Βρίζουμε τους “ξένους” που μας ζητάνε να τούς πουλήσουμε δημόσιες εκτάσεις, είμαστε έτοιμοι να πολεμήσουμε για την “Ελληνική γη που έχει ποτιστεί με το αίμα Ηρώων” και δεν θυμώνουμε στο πολλαπλάσιο για τους ντόπιους, τους “δικούς” μας που τις έχουν καταπατήσει. Παραδείγματα για τέτοιες καταστάσεις η Ελληνική Ιστορία κάθε περιόδου, έχει πολλά!

Κι έτσι όλη αυτή η ποσότητα μάρμαρου που χρησιμοποιήθηκε για αγάλματα Ηρώων, όλο αυτή η διανοητική προσπάθεια για την εξύμνηση των Ηρώων, δεν μας επιτρέπει να δούμε τα γεγονότα που συνέβησαν κάποτε, ως εάν να είμαστε εμείς παρόντες και ως εάν να έπρεπε εμείς να διαχειριστούμε τα διλήμματα που είχαν οι Ήρωες μας. Παραμένουμε έμπλεοι του δέους ανάμικτου με σεβασμό σχεδόν θρησκευτικό που δεν μας επιτρέπει να  κατεβάσουμε τους Ήρωες από το βάθρο τους και να συνομιλήσουμε μαζί τους για τα ερωτήματα που τους τέθηκαν και τις απαντήσεις που τελικά επέλεξαν να δώσουν με την στάση τους. Κι αν μπορέσουμε να διαβάσουμε τα ψιλά γράμματα της Ιστορίας, θα δούμε πώς το μικρό και το σιχαμερό είναι ανακατεμένο με το μεγάλο και το ένδοξο. Για το πως μέσα στην λάσπη του εγωισμού και του ατομικού συμφέροντος φύτρωσαν οι πράξεις για τις οποίες τους θαυμάζουμε ή για το ότι από παρόμοια ευτελή υλικά είναι καμωμένες και οι ψυχές εκείνων των Ηρώων.

Κι αυτή η στάση δεν χαρακτηρίζει μόνο την επίσημη Κρατική εξουσία της χώρας μας διαχρονικώς αλλά και τις εξουσίες άλλων πολιτικών χώρων όπως ας πούμε του ΚΚΕ.

Εντελώς πρόσφατα, το ΚΚΕ, το πιο παλιό και το πιο “ιδεολογικό” από τα πολιτικά κόμματα έκανε εντυπωσιακή επίδειξη ιδεολογικής αξιοποίησης, στα όρια της προπαγάνδας, δραματικών προσώπων με αποφασιστική συμβολή στην πρόσφατη ιστορία της χώρας μας, του Νίκου Ζαχαριάδη και του Άρη Βελουχιώτη.

Οι νεκροί πρωταγωνιστές της Ιστορίας ανήκουν στους ιστορικούς και τους μελετητές. Οι δοξολογίες αυτές σε τίποτα δεν συμβάλλουν στην ανάλυση και κατανόηση της σύγχρονης πραγματικότητας. Αντί το ΚΚΕ να ανοίξει τα αρχεία του στους μελετητές της Ιστορίας, επιμένει να προσκυνάει σύμβολα και να απαιτεί και από τους άλλους να προσκυνούν με τον ίδιο τρόπο και το ίδιο τελετουργικό τις μνήμες αυτών των ανθρώπων.

Μεγαλύτερη χρησιμότητα από τη δημόσια αυτοκριτική -“συγγνώμη σ. Νίκο, κάναμε λάθος που σε διαγράψαμε τότε και σε ανακηρύσσουμε Άγιο του Κόμματος”, “συγγνώμη σ. Άρη, κάναμε λάθος που σε αποκηρύξαμε, ο σ. Νίκος δηλαδή, τότε, όμως παρόλο που είχες δίκιο επί της ουσίας, το ότι δεν υποτάχτηκες στη κομματική εξουσία σου στερεί τον τίτλο του Αγίου του Κόμματος και είσαι απλώς Όσιος του κινήματος”- για το κόμμα αλλά και για όλους μας θα είχε ο εντοπισμός των αιτίων που οδηγεί την εξουσία σε τέτοια “λάθη” που επανέρχονται ξανά και ξανά και συντηρούν την ισχύ των ιερατείων.

Θυμάμαι τον Χ. Φλωράκη που πολύ παραστατικά, όταν του είχε ζητηθεί να σχολιάσει το γεγονότς της διαγραφής κάποιων στελεχών, είχε απαντήσει πως “το μοναστήρι -το Κόμμα δηλαδή- νάναι καλά και από καλογήρους ...”, επιβεβαιώνοντας την εκκλησιαστική και θρησκευτική άποψη ενός άλλου, πολιτικού δήθεν, ιερατείου.

Τέλος πάντων. Παρασύρθηκα και εκείνο που ήθελα εντέλει να πω είναι πως η συζήτηση για τα ιστορικά γεγονότα και τα πρόσωπα ή θα είναι αντικειμενική και επιστημονική, θα στηρίζεται σε ντοκουμέντα και σε τεκμήρια ή δεν θα είναι ιστορία.

Όταν λοιπόν πρόκειται να μιλήσουμε για το μέλλον της πολύ δικής μας κοινότητας, του Δήμου μας, η κατανόηση του παρελθόντος έχει τη σημασία. Όσα συνέβησαν στην περιοχή μας σε απώτερους αλλά και πρόσφατους καιρούς, είναι το έδαφος στο οποίο θα στηριχτεί το όποιο όραμα μας για το μέλλον, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται η ζωή μας στο παρελθόν αυτό.

Πολύ σωστά λοιπόν, στην προσπάθεια για την διαμόρφωση του Επιχειρησιακού Σχεδίου (ΕΣ) του Δήμου μας εν αρχή είναι η αναφορά στην Ιστορία του τόπου. Αλλά αν είναι η αναφορά αυτή να λειτουργεί ως λογοκριτής της μνήμης τότε να λείπει. Καλύτερα να ξεκινήσουμε από το μηδέν, τάμπουλα ράζα που λένε και οι λατινομαθείς παρά να μιλάμε την μισή αλήθεια και να δείχνουμε διαστρεβλωμένη την εικόνα.

Ακόμα κι αν η αναφορά στην τοπική Ιστορία μας γίνεται για να τεκμηριωθεί αργότερα η τουριστική δραστηριότητα που πρέπει να υπάρξει, με προφανές οικονομικό όφελος για τους πολίτες του Δήμου, ακριβώς για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνει σωστά η καταγραφή και η παρουσία της. Τίποτα δεν πρέπει να πετάξουμε και τίποτα δεν πρέπει να χαρίσουμε σε κανένα. Οι “λευκές σελίδες” που θα επιβάλλει κάποια εκλεκτική και “ωραία” παρουσίαση “για το καλό μας” δεν πρέπει να υπάρξουν!

Εξηγούμαι

Σε ένα Επιχειρησιακό Σχέδιο (ΕΣ) η αναφορά στο παρελθόν γίνεται (α) για να γίνει κατανοητή η ιστορική συνέχεια της νέας διοικητικής δομής ή (β) για να τονιστεί η δυνατότητα αξιοποίησης του δυναμικού της Ιστορίας και της Παράδοσης του τόπου ως πλουτοπαραγωγικός πόρος για την ανάπτυξη των οικισμών.

Σε ότι αφορά το θέμα της ιστορικής συνέχειας και στην δημιουργία του Καλλικρατικού Δήμου, θα αναφερθώ σε επόμενο σημείωμα.

Σε ότι αφορά το ιστορικό δυναμικό των οικισμών μας, είναι πράγματι σημαντικό αλλά η ιστορία των οικισμών δεν σταματάει μόνο στην αρχαιότητα. Ούτε είναι η τοποθέτηση αρχαιοπρεπών εντυπωσιακών αγαλμάτων νεοελληνικής αισθητικής.

Ένεκα αυτού του ισχυρού ιστορικού υπόβαθρού έγινε ορθώς δεκτή από το Δημοτικό Συμβούλιο η διεκδίκηση της αλλαγής του ονόματος του Δήμου σε Δήμο Αλιάρτου-Θεσπιών και είναι εντυπωσιακό που αυτό δεν αναφέρεται στο ΕΣ. Πολύ περισσότερο που το ΕΣ είναι ένα εσωτερικό κείμενο εργασίας οπότε θα έπρεπε και για λόγους ουσίας και όχι μόνο επικοινωνιακούς, ο Δήμος να αναφέρεται με το πραγματικό όνομά του.

Μερικές παρατηρήσεις χωρίς προφανώς να εξαντλείται το θέμα της τοπικής Ιστορίας είναι οι ακόλουθες. 

Μου κάνει εντύπωση, η ιστορική ανορθογραφία του “κρυφού σχολειού” στη Μονή Ευαγγελίστριας όταν αγνοείται σχεδόν επιδεικτικά η πραγματική μάχη του Σκουρτανιώτη  στον Αη-Γιώργη Μαυρομματίου. Ακόμα, η περιοχή της Παλιοπαναγιάς (Άκρη), εκτός απο πατρίδα του Ησιόδου, όπως πρόσφατα μάθαμε από σχετική τηλεοπτική εκπομπή, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον για τις κινήσεις εθνοτικών πληθυσμών την Οθωμανική περίοδο. Δεν γίνεται λόγος τέλος, για την μάχη της Κωπαΐδας του 1310 μ.Χ., αν δεν κάνω λάθος, όπου όλη η περιοχή για περίπου ογδόντα χρόνια έκτοτε κυβερνήθηκε από Καταλανούς.

Η μετακινήσεις των πληθυσμών επίσης σε άλλες περιόδους, αγνοούνται και δεν υπάρχει αναφορά τόσο στην εγκατάσταση στην περιοχή μας των Αρβανιτών απο τον 14ο αι. μ. Χ. όσο και στην μετακίνηση μεταπολεμικά των Ευρυτάνων στην Αλίαρτο. Οι παρατηρήσεις αυτές έχουν μεγάλη πολιτισμική σημασία και δεν μπορούν να αγνοηθούν.

Επίσης, δεν γίνεται καμία αναφορά στα πιο πρόσφατα αλλά σημαντικά γεγονότα της περιόδου της Κατοχής στο μεγάλο αντιστασιακό κίνημα που αναπτύχθηκε στην περιοχή σε όλους τους οικισμούς και σε πράξεις όπως οι δολιοφθορές σε βάρος των κατακτητών στην Κωπαΐδα, ενώ αναφέρεται η ελεγχόμενη πληροφορία ότι το σιτάρι της περιοχής έσωσε την Αθήνα το 1941. Ιδιαίτερα νομίζω, χρειάζεται να αναφερθούμε στους θεσμούς που δημιουργήθηκαν εκείνη την περίοδο, όπως στην λειτουργία της Παιδαγωγικής Ακαδημίας στο Ερημόκαστρο, στην λειτουργία της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και των Λαϊκών Δικαστηρίων.  

Ειδική αναφορά, κατά την γνώμη μου, θα έπρεπε να γίνει στην σημασία για την περιοχή μας, της εθνικοποίησης της Κωπαΐδας, όπου παρόλα την μετέπειτα πολιτική εξέλιξη των πρωταγωνιστών (Δ. Παπασπύρου) είναι η πρώτη φορά –και μάλλον η τελευταία φορά!- που το Ελληνικό κράτος πήγε κόντρα σε εμφανή ξένα συμφέροντα.

Θα συνεχίσω στο επόμενο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διάφορα