Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Αυτοκτονικά διλήμματα




Η Μεγάλη Εβδομάδα πάντα μού φέρνει θλίψη. Εν μέσω της οργιάζουσας άνοιξης, μια εβδομάδα θλίψης και χαμηλών τόνων εν αναμονή μιας αναστάσιμης γιορτής που και φέτος αργεί.  Η αντίφαση αυτή αναδεύει μέσα μου όλα τα υπαρξιακά ερωτήματα και κυρίως εκείνο της σχέσης μας με τον θάνατο. Όχι γενικά και αορίστως αλλά την πολύ προσωπική μου σχέση με το πέρασμα στην ανυπαρξία. Μπορεί λογικά να ισχυρίζομαι ότι είμαι συμφιλιωμένος με την ιδέα του θανάτου μου αλλά πάλι δεν είμαι σίγουρος για το πώς θα αντιδράσω όταν «έρτει ή ώρα μου».

Είχα κάποτε ρωτήσει τη μάνα μου, βάδιζε τότε προς τα ογδόντα της με καθαρή σκέψη και καλή διάθεση, για το πώς εκείνη αντιμετωπίζει τον θάνατο, αφού το ξέρει ότι είναι ως ενδεχόμενο πολύ πιθανόν να της συμβεί.

- πού να ξέρω; μου απάντησε και συνέχισε

- κανείς από όσους πέθαναν δεν γύρισε ποτέ να μας πει τι είδε. Όταν πεθάνεις δεν είσαι πια ικανός να περιγράψεις ό,τι νοιώθεις. Πιο πολύ από τον θάνατο, φοβάμαι το να πέσω στο στρώμα. Να πονάω, να βρωμάω, να είμαι μια άχρηστη, ανίκανη γριά και να σας είμαι βάρος. Το θάνατο δεν τον φοβάμαι και δεν με απασχολεί.

Πάντως κηδεία δεν έχανε και δεν κατάλαβα ποτέ αν το έκανε για συμπαράσταση στους οικείους του θανόντος ή ως μια ύστατη προσπάθεια να ανακαλύψει το μυστήριο του θανάτου.

Με την ευκαιρία αυτή ας πω ότι δεν κατάλαβα ποτέ μου την άρνηση της Πολιτείας μας στην ευθανασία. Θεωρώ την απόφαση αυτή αποκλειστικό δικαίωμα του ατόμου ακριβώς ως έλλογη απάντηση και συμπλήρωση στον ερχομό του στη ζωή που δεν γίνεται με δική του απόφαση. Μια σχετικά ακραία άποψη έχει διατυπωθεί ήδη απο τον 3ο αιώνα π.Χ.: ο Ηγησίας, αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος της Κυρηναϊκής Σχολής, δίδασκε ότι σκοπός της ζωής είναι να ζούμε χωρίς κόπους και λύπες. Επειδή όμως αυτό είναι ανέφικτο, το φρονιμότερο είναι, κατά τον Ηγησία, με τη θέλησή μας να διακόψουμε τη ζωή μας. 

Νομίζω πάντως, ότι η σκέψη για τον θάνατο, όσο κι αν ακούγεται μακάβριο αυτό που θα πω, είναι ένα βασικό στοιχείο που μας διαφοροποιεί από τα άλλα έμβια πλάσματα του πλανήτη μας. Ο άνθρωπος είναι ίσως το μόνο πλάσμα που γνωρίζει ότι θα πεθάνει -συνήθως δεν ξέρει το πότε- και μπορεί να σκέφτεται τον θάνατο του και να διανοείται περί του θανάτου του.

Τις περισσότερες φορές όμως, το γεγονός αυτό  του θανάτου, το ξεχνάμε και συμπεριφερόμαστε ως εάν να είμαστε μόνιμοι επί του πλανήτη μας οπότε η σχέση μας με τα υλικά αγαθά και την περιουσία μας θα είναι αιώνια. Δεν είναι λίγες οι φορές που συνταξιούχοι αγρότες σκοτώθηκαν κυριολεκτικά για λίγα μέτρα φράκτη! Ούτε μας είναι άγνωστες οι σκηνές τσακωμού γερόντων στα χωριά μας για θέματα ανάξια λόγου.

Οι ηλικιωμένοι, λόγω εγγύτητας, έχουν όσο να το πεις το προβάδισμα στην συζήτηση για τα θέματα αυτά. Πέρυσι, μεγαλοβδομαδιάτικα, μου μίλησε ο μπάρμπα Λιάμης  ενώ φέτος ένας άλλος γέροντας ο Δημήτρης Χριστούλας μας ούρλιαξε με τον δικό του τρόπο.

Ο τρόπος του θανάτου είναι από μόνος του ένα μήνυμα και για την συγκεκριμένη αυτοκτονία του συνταξιούχου νομίζω ότι η πιο ολοκληρωμένη κουβέντα από όσες ακούστηκαν –και γράφτηκαν- αυτές τις μέρες ήταν εκείνη του ΣταύρουΛυγερού  η οποία ήταν στον αντίποδα της εκτός τόπου και εκτός χρόνου ανεξηγήτως εμπαθούς θέσης του Ρ. Σωμερίτη 

Η αυτοκτονία είναι μια εξαιρετικά βίαιη πράξη. Για άλλους είναι δειλία, για άλλους ηρωισμός. 

Για τις επίσημες εξουσίες –κράτος και εκκλησία- είναι . . . σαμποτάζ και πράξη εγωισμού και απείθιας. Θυμάμαι στον στρατό που όταν κάποτε ένας φαντάρος πήγε να αυτοκτονήσει κι ευτυχώς απέτυχε, όταν συνήλθε, πέρασε από στρατοδικείο διότι –κατά τον Διοικητή- το σώμα μας δεν μας ανήκει όσο είμαστε στρατιώτες αλλά ανήκει στην πατρίδα οπότε η αυτοκτονία θεωρείται δολιοφθορά! Νομίζω παρόμοια θέση έχει και η Εκκλησία μας μόνο που εδώ «πατρίδα» είναι ο Θεός και για αυτό η «προσβολή» αυτή είναι τόσο μεγάλη που η Εκκλησία δεν δέχεται να θάψει τον αυτοκτονηθέντα.

Στην περίπτωση του συνταξιούχου Δημήτρη Χριστούλα, νομίζω ότι ήταν μια πράξη «κόμπακτ» σωφροσύνης. Διότι, εάν είναι αλήθεια ότι ήταν άρρωστος, μάλλον δεν ήθελε να επιβαρύνει τους δικούς τους και κυρίως τα παιδιά του, ειδικά αυτή την περίοδο που το κόστος νοσηλείας έχει μεταφερθεί στις πλάτες των οικείων. Επίσης, εφόσον ο ίδιος ήταν ένας ενεργός πολίτης, ενήργησε ως το τέλος με συνέπεια στον πολιτικό ακτιβισμό τον οποίον υπηρέτησε με συνέπεια. Η αυτοκτονία του, ως πολιτική πράξη, είναι ένα κάλεσμα αντίστασης κι εξέγερσης ενάντια σε ένα πολίτευμα που δεν τσιγκουνεύεται να δείχνει την απάνθρωπη πλευρά του.

Εάν η Δημοκρατία είναι το πολίτευμα που προστατεύει τους αδύναμους και τις μειοψηφίες, τότε η δική μας μάλλον έχει αποτύχει και θέλει επειγόντως αποκατάσταση. Διότι εκδηλώνει όχι μόνο την αδιαφορία αλλά την έχθρητα της στους αδύναμους που είναι οι νέοι, οι γέροι και οι φτωχοί.  Μάλιστα, ως σημείο της «αλληλεγγύης των απόκληρων» είναι και αυτό που συνέβη πριν λίγες ημέρες: αυτοκίνητο που οδηγούσε ένας ηλικιωμένος, ανατράπηκε πάνω στις γραμμές του τρένου.  Βρέθηκαν έτσι εγκλωβισμένοι ο παππούς-οδηγός και η γυναίκα του. Είδαν το ατύχημα κάτι νεαροί Πακιστανοί που δούλευαν εκεί δίπλα και έτρεξαν να βγάλουν τους γέρους από το όχημα διότι το τρένο πλησίαζε. Δεν πρόλαβαν όμως και το τρένο παρέσυρε και σκότωσε τους γέρους και δύο από τους νεαρούς (παράνομους;) μετανάστες που έτρεξαν να τους βοηθήσουν.

Τους γερόντους λοιπόν, κατά το «σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν», τους οδηγούν στην εξόντωση λόγω «ανεπάρκειας κονδυλίων». Οπότε, «τα άλογα» και τα «υποζύγια» από μόνα τους και ως ύστατη ένδειξη αυτοσεβασμού, με την ίδια αγόγγυστη συνέπεια που έσυραν το κάρο όλα τα χρόνια της ζωής τους, τώρα στα αδύναμα γεράματά τους, για να μην αφήσουν πίσω τους ένα φορτίο τύψεις για τους πιο νέους που εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να τους φροντίζουν, αυτοκτονούν.

Κι έτσι το πιο διάσημο υπαρξιστικό δίλημμα, εκείνο του σαικσπηρικού Άμλετ (να ζει κανείς ή να μη ζει;) για τους γερόντους μας έχει μια προφανή απάντηση: να συμμετέχει μαζί με τους άλλους και να παλεύει για βελτιώσεις στη ζωή του. Αλλά από το να ζει κανείς χωρίς αξιοπρέπεια καλύτερος ο αξιοπρεπής θάνατος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διάφορα