Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Πρός φίλους


Είχα πολλούς φίλους αλλά με μερικούς έχουμε πια χαθεί. Με κάποιους ξαναβρεθήκαμε έπειτα από καιρό και διαπιστώσαμε πόσο αλλάξαμε. Φίλους νέους απόκτησα τώρα διαδικτυακώς, που μπορεί να μην τους έχω ακόμα γνωρίσει από κοντά, όμως αισθάνομαι ότι έχω πολλά κοινά μαζί τους ή που μου αρέσει να κουβεντιάζω μαζί τους.

Οι φίλοι μου κάποτε ήταν σχεδόν όλοι τους αριστεροί και μου φαινόταν φυσικό να ‘πελάζω’ τους όμοιους ιδεολογικώς. Τώρα πια, η παλέτα της φιλίας έχει απλωθεί και περιέχει όλα τα χρώματα του πολιτικού φάσματος. Μπορεί να άλλαξα, να ‘συντηρικοποιήθηκα’ όπως λένε, αλλά εξακολουθώ να διατυπώνω της άποψη μου με εφηβική σχεδόν παρρησία. Χαίρομαι που διαπιστώνω ότι έτσι κάνουν όλοι στην παρέα.

Μερικές φορές μάλιστα, όταν μιλάμε για συγκεκριμένα πράγματα, συμφωνώ πιο πολύ με τους δεξιούς και τους πασόκους φίλους μου παρά με τους αριστερούς και αυτό δεν μου προξενεί καμία δυσφορία ούτε κι επισύρει την θυμηδία όπως άλλοτε. Οι πιο πολλοί πολίτες, έχουν την αίσθηση του πρακτικού, εκείνου που μπορεί να γίνει σήμερα. Για να το πω αλλιώς, αισθάνονται  το ‘δέον γενέσθαι’ στην κοινωνία μας. Ενώ οι αριστεροί, όσοι έμειναν εκτός ‘τακτοποιήσεων’, εξακολουθούν να ζητούν την έφοδο στους ουρανούς με εκείνη την επωδό ‘για όλα φταίει το σύστημα’. Από το θέμα της οικονομίας και της ανεργίας -όπου όλοι συμφωνούν για τον αίτιο, το σύστημα- μέχρι το θέμα των διαπροσωπικών σχέσεων 'για όλα φταίει το καπιταλιστικό σύστημα και μόνο σε μιαν άλλη κοινωνία, την σοσιαλιστική, όλα θα βρουν την θέση τους στην παγκόσμια αρμονία’.

Οι αριστεροί, ενώ κάνουν ότι περίπου κάνουν κι οι άλλοι, επαγγελματικά και προσωπικά, εξακολουθούν να έχουν τεντωμένες τις κεραίες τους για να ακούσουν πρώτοι το άγγελμα του μέλλοντος και να είναι παρόντες σε κάθε κίνηση ‘αντι-’ στην κοινωνία του Δήμου μας. Όχι άδικα, όπως συνεχώς αποδεικνύεται, αλλά όχι πάντα αποτελεσματικά, όπως διαπιστώνεται.

Όταν ήμουν μικρός άκουγα που έλεγαν την περίφημη φράση πως ο νέος πρέπει να είναι αριστερός και ο μεγάλος (στην ηλικία) συντηρητικός αλλά δεν νομίζω ότι επαληθεύτηκε. Οι άνθρωποι που γνωρίζω παραμένουν αυτό που ήταν: οι αριστεροί, αριστεροί ενώ οι πασόκοι ή οι δεξιοί που γνώρισα στο μεταξύ, ήταν ανέκαθεν (από το ’74 και μετά) και παραμένουν πασόκοι και δεξιοί.  Το πολιτικό τοπίο έχει σταθεροποιηθεί τα μεταπολιτευτικά χρόνια. Μπορεί η φωτογραφία να παλιώνει, κάποιες φυσιογνωμίες χάνονται στην αχλή του χρόνου αλλά τα χρώματα και κυρίως οι τίτλοι πάνω από τις γωνιές παραμένουν οι ίδιοι. Υπήρξαν και κάποιες μετακινήσεις λόγω ‘αναγκαστικών βιοποριστικών’ συμβιβασμών -που στα απλά ελληνικά ονομάζουμε ‘ρουσφέτι’- αλλά δεν κατέγραψαν τίποτα άλλο, πέρα από επικριτικά σχόλια και κουνήματα της κεφαλής των υπολοίπων όλο νόημα.

Μού έχει κάνει μεγάλη εντύπωση η διαχρονική ‘πολιτική συνέπεια’ των ψηφοφόρων των μεγάλων κομμάτων, στην κομματική ‘φυλακή’ τους. Διότι, όσο κι αν συμφωνούμε στις καθημερινές μας διαπιστώσεις, σχεδόν μονότονα, για την ανάγκη της καταδίκης των κυρίαρχων πολιτικών σχηματισμών, όταν έρχεται η στιγμή να το εκφράσουν δια της ψήφου τους -σε δημοτικές και πιο πολύ στις βουλευτικές εκλογές, ο κομματικός ‘πατριωτισμός’ σπρώχνει και πάλι το καθένα στο μαντρί του.

Στην αρχή σκέφτηκα ότι φταίει το ύπουλο κομματικό σύστημα, αλλά μετά από σκέψη και παρατήρηση, κατέληξα στο ότι η επίμονη ‘αυτοένταξη’ τους στο συγκεκριμένο πολιτικό χώρο είναι κάτι σας επίδειξη φιλότιμου και αυτοσεβασμού. Σαν να έκτισαν ο καθένας μια φυλακή με κουβέντες, δηλώσεις και ενέργειες μικρές και ασήμαντες αλλά που σε βάθος χρόνου τους έδεσαν με το κόμμα τους που εξακολουθούν να ψηφίζουν στις πολιτικές εκλογές αν και μέσα τους το βρίζουν και ξέρουν ότι τίποτα δεν θα αλλάξει κι ότι όλα είναι υποσχέσεις που θα μείνουν ανεκπλήρωτες. Επιπλέον, ειδικά σε εμάς εδώ, η κοινωνική καταδίκη της αλλαγής κομματικού στρατοπέδου έρχεται από πολύ μακριά, από την Αρβανίτικη μπέσα και του ότι ‘όταν λέω κάτι’ ισχύει και με χαρακτηρίζει στον αιώνα.

Όλοι τους όμως, είναι σήμερα κουρασμένοι και απογοητευμένοι πολιτικώς. Επαληθεύουν τις ποιοτικές δημοσκοπήσεις περί της γενικής απόρριψης του πολιτικού κόσμου. Κανένας πολιτικός φορέας δεν εμπνέει ενθουσιασμό όπως ας πούμε το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρέας (ένας είναι ο Ανδρέας!) του ’81. Τα οράματα της Αριστεράς, αφού μπήκαν για τις ανάγκες της κατάληψης της εξουσία στο τρένο της Αλλαγής, επέστρεψαν βιασμένα στους αριστερούς. Η Δεξιά στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας -που δεν μπήκε- και η Αριστερά υποθηκοφύλακας οραμάτων μακράν της εξουσίας -που έμεινε.

Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι αυτή η κοινότητα πολιτικών συναισθημάτων ( των αεί μετανιωμένων ψηφοφόρων) ριζώνει στην κοινή πραγματικότητα όπως την βιώνουμε όλοι στο χωριό μας αλλά και στην κοινή μας αδυναμία να καταλάβουμε τις περίπλοκες συζητήσεις και τις αλλόκοτες διαφωνίες των κομμάτων για πράγματα που μας φαίνονται περίεργο που δεν βρίσκεται κοινός τόπος: αν η Ελλάδα είναι το σπίτι μας γιατί δεν μπορεί να συμφωνήσουν στα βασικά -τεχνικά- θέματα της οικονομικής και πολιτικής ζωής; Πως είναι δυνατό να καταδικάζουν όλοι την παραοικονομία, τις αθλιότητες στα γήπεδα, τη διαφθορά της εξουσίας σε όλα τα επίπεδα και να μη γίνεται τίποτα;  

Όλο και πιο πολύ συμφωνούμε για τα πράγματα που συμβαίνουν στην κοινωνία μας αλλά και για όσα γίνονται πιο πέρα, στην μεγάλη επίσημη πολιτική. Μπορεί να μην μπορούμε να το εκφράσουμε με σαφήνεια, αλλά καταλαβαίνουμε ότι τα κυβερνητικά κόμματα τσακώνονται για τον βραχυπρόθεσμο ‘πως’ και όχι για την ουσία της πολιτικής εξέλιξης της χώρας. Αυτό το διαχειριστικό ‘εδώ και τώρα’ μας πνίγει και δεν μας αφήνει να ανοιχτούμε στο αύριο.

Συμφωνούμε στην κριτική μας για πρόσωπα και πράξεις της εξουσίας αλλά δεν κάνουμε το επόμενο βήμα στην κοινή μας δράση.

Διότι δεν υπάρχει χώρος να μας δεχτεί!

Ότι κομματικό υπάρχει μας φαίνεται λίγο -αν και δεν το ομολογούμε δημοσίως για να μην εκθέσουμε το κόμμα μας- και μας πνίγει. Δεν είναι η ιδιώτευση που μας ωθεί στην αποχή -στάση που επιλέγουν οι νέοι- αλλά η στειρότητα του κομματικού λόγου. Κι έτσι συνεχίζουμε μονιασμένοι, αδιάφοροι, αγανακτισμένοι και κυνικοί αλλά με την διάθεση για αγώνα ‘παρά πόδα’ να πορευόμαστε. Μερικές φορές, αντιγράφουμε μορφές πολιτικής δράσης του παρελθόντος και δημιουργούμε συλλόγους και σωματεία ‘έξω από κόμματα’ κι ελπίζουμε αυτή τη φορά να πετύχουν.

Θεωρητικά, η διάσταση ανάμεσα στην Αριστερά και στην Δεξιά υπάρχει και θα έπρεπε να είναι σήμερα εμφανής και να συντηρεί έναν ουσιαστικό διάλογο αξιών, για τον διαφορετικό τρόπο - δρόμο τον οποίο προτείνει ο κάθε πολιτικός σχηματισμός να ακολουθήσουμε στην οργάνωση της κοινωνίας, στην οικονομική ζωή, στην θέση της χώρας στον κόσμο, στην αισθητική και στα πολιτισμικά δρώμενα.

Στην χώρα μας όμως όλα έχουν γίνει μια σούπα και πολλές φορές ο πολιτικός λόγος ενός πολιτευτή της ΝΔ δεν ξεχωρίζει από εκείνον ενός του ΠΑΣΟΚ -δικαιολογημένα θα πείτε- αλλά και από εκείνον της  Αριστεράς τόσο στην γλώσσα (δημοτική) όσο και στους πολιτικούς όρους. Αυτό ισχύει κυρίως για τους λεγόμενους της ‘λαϊκής δεξιάς’.

Το να καταγγέλλεις την κυβερνητική πολιτική, έστω και με πειστικότητα, όπως κάνουν πολλοί πολιτικοί της Αριστεράς αλλά και άλλοι, δεν είναι καταρχήν δύσκολο αυτή την περίοδο, αλλά δεν είναι πλέον αρκετό. Μπορεί να ικανοποιεί τους πιστούς και γνώστες της ‘δικής μας’ και ‘μοναδικής’ αλήθειας αλλά απωθεί τους άλλους που βλέπουν τα πράγματα ‘πρακτικά’, με τα δικά τους μυαλά και μάτια.

Όταν οι πολίτες δηλώνουν την απαρέσκειά τους στο πολιτικό σύστημα συνολικά, δηλώνουν με άλλα λόγια ότι δεν βλέπουν άλλη πειστική πρόταση εξουσίας. Οπότε δεν βλέπουν τον λόγο γιατί να θέσουν σε κίνδυνο την σημερινή κατάστασή, που πάει κουτσά στραβά, για να διεκδικήσουν μιαν εξουσία που είναι ασαφής. 

Η συνεχής καταγγελία ενεργειών της κυβέρνησης και η διατύπωση ως λύσεων, οραματικών πολιτικών που δεν λύνουν σήμερα τα συγκεκριμένα προβλήματα, δεν ‘ριζοσπαστικοποιούν’ τους πολίτες. Το μόνο που κάνουν, είναι να τούς αφήνουν δέσμιους των πολιτικών κομμάτων που κυβερνούν και μπορούν να παρουσιάζουν ‘ρεαλιστικές’ λύσεις διακυβέρνησης. Σίγουρα πρόχειρες,  με επιστημονικοφανή τεκμηρίωση που ενώ θα έπρεπε κάποιος να τις καταρρίψει με την γενικόλογη καταδίκη δεν το κάνει. Με τον τρόπο αυτό οι πολίτες ακούνε, κουνάνε το κεφάλι, κτυπάν την πλάτη της Αριστεράς και λένε ‘έχετε δίκιο, αλλά ...’ και ξαναγυρνάνε στο μαντρί.

Η Αριστερά πρέπει να βρει το θάρρος να μιλήσει για πρακτικές λύσεις χωρίς απολυτότητες, ως εάν να ήταν η ίδια εξουσία. Η Αριστερά πρέπει να πάψει να θεωρεί συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες απόψεις τις γενικές διακηρύξεις ασαφών κοινωνικών μορφών του χθες. Θα είναι πιο αποτελεσματική εφόσον ο λόγος της αποτελέσει το έδαφος για να ‘ζωντανέψει’ η εικόνα μιας κοινωνίας άλλης, όπου ο πολίτης έχει λόγο και ασκεί έλεγχο στην εξουσία που ό ίδιος επιλέγει.

Μα αν τα κάνει αυτά η Αριστερά, τι Αριστερά θα είναι;

Σωστό.

Δεν θα είναι η Αριστερά που σήμερα ξέρουμε αλλά αυτό που θα ’ναι, σίγουρα θα μπορέσει να αγκαλιάσει όλους εκείνους που σκέπτονται και προβληματίζονται και δεν τολμούν να βγουν την ώρα που πρέπει έξω από το μαντρί όχι γιατί υπάρχει κάποιος λύκος εκεί και θα τους κατασπαράξει αλλά γιατί κοιτάνε την ξερή στέπα που τούς προτείνεται και καθώς δεν βρίσκουν τίποτα για να φάνε στρέφουν τα μάτια προς τον τσοπάνη κάθε φορά και αρχίζουν τα βελάσματα και τα γλειψίματα.



4 σχόλια:

  1. Καλησπέρα,όπως θα ξέρεις,αφού ήσουν στήν αριστερά,εδώ και ογδόντα χρόνια πιπιλάνε την ίδια καραμέλα περί καπιταλισμού,περί ιμπεριαλισμού και τα ρέστα.Λέξεις χοντρές,βαρύγδουπες,για άλλους άγνωστες και για άλλους ασήμαντες.Ο μπάρμπα-τάκης ο καβαλάρης αγώνιστής γιατί το πίστεψε και ας μην ήξερε ούτε την ντερεκτίβα ούτε την κολεκτίβα,ούτε της υπόλοιπες αρλούμπες που πετάγανε οι σύντροφοι για να κάνουν τούς δήθεν,ξέρεις εσύ.Ο μπάρμπα-τάκης ο καβαλάρης ήταν για μένα,κι εγώ πρώην,απο τούς λίγους αγνούς κομουνιστές χωρίς ίχνος μέσα του πονηρία η ελπίδα για αναρίχηση.Ο μπάρμπα-τάκης δεν είναι πια αναμεσά μας,τον πήρε ο Κύριος εύχομαι εκεί που πήγε να έχει βρεί τον παράδεισο που του στερησε το κόμμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. οι άνθρωποι δεν αλλάζουν παρά μόνο οι συμπεριφορές αλλάζουν φίλε μου
    ότι ήουν τότε είσαι και σήμερα
    και ότι ήταν οι φίλοι σου είναι και τώρα
    άλλωστε οι αρχαίοι ημών πρόγονοι έλεγαν ότι ήσουν νέος είσαι και γέρος
    Άλλωστε οι επιλογές μας είναι αυτές που μας χαραχτηρίζουν και ορίζουν την μοίρα μας .
    Κάνε μια σύγκριση του τότε και τώρα θα διαπιστώσεις ότι τίποτε δεν άλλαξε σε σένα και στους φίλους σου και τίποτε δεν θα αλλάξει στο εγγυώμαι . Αν άλλαζε κάτι θα είχε ήδη αλλάξει και εσύ θα έγραφες γι΄αυτό και όχι για κάτι που είναι δεδομένο .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλησπέρα Μπαρμπακά,

    Ο μύθος του ‘αγνού κομμουνιστή’, του ‘αγνού λαϊκού αγωνιστή’ είναι ριζωμένος στον λόγο και την ιδεοληψία των συμπολιτών μας ως μαρξιστική παραλλαγή του άλλου μύθου, του ‘καλού χριστιανού’.

    Οι πολιτικές αξίες και οι φιλοσοφικές κατηγορίες -κομμουνισμός, χριστιανισμός, μαρξισμός- δεν επιδέχονται επιθετικό προσδιορισμό. Το ίδιο ισχύει και για τους διακηρύσσοντες την συμφωνία τους στο αντίστοιχο δόγμα, στην αντίστοιχη απόλυτη αλήθεια. Η απαίτηση για ‘αγνούς’ κλπ., πατριώτες, αγωνιστές, συντρόφους, συμπολίτες, είναι η άλλη όψη μιας ολοκληρωτικής προσέγγισης των όποιων δοξασιών και της παρανόησης της έννοιας ‘πολίτης’ που ανήκει σε συντεταγμένη πολιτεία και υπακούει στον νόμο. Κι όταν, ο πολίτης, αντιδρά στον νόμο επειδή θεωρεί ότι είναι άδικος, τότε αναλαμβάνει τις ευθύνες του και ζητά από τους άλλους συμπολίτες -που τους αποδέχεται ως ισότιμους και όχι ως ‘παραπλανηθέντες‘- να συμφωνήσουν μαζί του κι όχι να επιβάλλει εκείνος στην κοινωνία την δική του ‘ολόσωστη’ αλήθεια. Από ‘μάρτυρες’ έχουμε χορτάσει. Πολίτες έχουμε ανάγκη πια.

    Πράγματι, ο Τάκης Σελιάνιτης (Καβαλάρης) βρέθηκε νεαρός στην δίνη του εμφύλιου πολέμου και με θρησκευτική προσήλωση και υποταγή αποδέχτηκε τις αξίες του κινήματος, που εσύ λες πως δεν κατάλαβε αλλά εγώ λέω -επειδή ούτε κι οι ‘ινστρούχτορες’ όπως φάνηκε εκ του αποτελέσματος δεν είχαν καταλάβει- ότι διάβασε την Ιστορία με τον δικό του αυθεντικό τρόπο. Όπως οι γιαγιάδες που στην εκκλησία επαναλαμβάνουν τα λόγια των ιερών κειμένων χωρίς να τα καταλαβαίνουν μεν αλλά κατανοώντας πολύ καλά κι ένδον τα νοήματα τους.

    Τους ανθρώπους αυτούς τιμώ ζωντανούς είτε δυστυχώς ως μνημη -όπως τώρα ο Καβαλάρης- όχι μόνο επειδή δεν χρησιμοποίησαν την τυπική τους άγνοια της ‘θεωρίας’ για να δικαιολογήσουν κάποια ‘αλλαγή πορείας’ στην ζωή και στα πιστεύω τους, αλλά κυρίως διότι, ακόμα κι όταν θεώρησαν εαυτούς ‘αδικημένους’ και ‘προδομένους’ από τις δικές τους κομματικές εξουσίες, τις έκριναν ως ανθρώπινες παρουσίες οι οποίες παρόλες τις πολιτικές ανοησίες που εξεστόμισαν και έπραξαν παρέμειναν για εκείνους οι ‘δικοί τους άνθρωποι’ και για αυτό συνέχισαν να υπακούουν τους διαδόχους τους και να ‘εφαρμόζουν την γραμμή’ που συνέχισε να ‘κατεβαίνει από πάνω’ προσδοκώντας την άλλη κοινωνία. Και παρόλες τις οικονομικές και κοινωνικές (και οικογενειακές) δυσκολίες, δεν παρέλειψαν να τιμούν τις άγιες μορφές τους: φίλους και συντρόφους που έχασαν στον αγώνα τους.

    Τους τιμώ ως ανθρώπινους χαρακτήρες για την εσωτερική τους συνέπεια αλλά τρέμω στην ιδέα ότι μπορεί η κοινωνία μας να αποτελείται από τέτοιους μονοδιάστατους ’αγνούς’ και ’υπάκουους’ και ‘πιστούς’ πολίτες που δεν θα αμφισβητούν τα θέσφατα. Ο Κάφκα κι ο Όργουελ ας μένουν στην βιβλιοθήκη και τα μοντέλα τους για την κοινωνία, ας μείνουν μακριά μας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλησπέρα Ανώνυμε 9:34

    Αλλάζουμε, φίλε μου, αλλάζουμε. Και υπάρχουν αλλαγές που μας θλίβουν όταν τις συνειδητοποιούμε (γεράματα) διότι γινόμαστε αδύναμοι, κι άλλες που μας χαροποιούν (τα παιδιά μας που μεγαλώνουν)διότι είναι σαν δικαίωση της προσπάθειας μας.

    Οι απόψεις μας που είχαμε, ως νέοι, για την κοινωνία και σύμφωνα με τις οποίες αγωνιζόμαστε, δεν άλλαξαν διότι θεωρούμε ότι δεν υλοποιήθηκαν ποτέ τα ιδανικά μας για την ανθρώπινη κοινωνία.

    Κι όμως η κοινωνία αλλάζει αλλά εμείς, πιο ‘ρεαλιστές’ τώρα, δεν αντιλαμβανόμαστε τις αλλαγές που συνέβησαν. Τις αλλαγές που βιώνουν τα παιδιά μας και που εμείς τις θεωρούμε μόδα και τρόπο ζωής και δεν μπορούμε να δούμε τις μεγάλες ανατροπές που συμβαίνουν η για τεκτονικές μεταβολές που προετοιμάζονται. Για το θέμα αυτό όμως δες την επόμενη ανάρτηση μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Διάφορα