Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

Βιογραφικό Σημείωμα





Για πολλά χρόνια ζούσα με βεβαιότητες και απόλυτους στόχους. Υπήρξα σχεδόν φανατικός, με εκείνο το πάθος του νεοφώτιστου που το καταλαβαίνουν καλά όσοι βυθίστηκαν σε κάποιο πάθος (αλκοόλ, σκόνες μαύρες κι άσπρες, ιππόδρομος, χαρτιά) και κάποτε κατόρθωσαν να ξεφύγουν. Έζησαν στιγμές απερίγραπτης ευτυχίας αλλά και μεγάλης κατάπτωσης. 
Παρόλα αυτά, κατάφεραν κάποτε να αγαπήσουν την εικόνα του καθρέπτη τους και να του χαμογελάσουν και να αλλάξουν την ζωή τους. Μπορεί πάντα να νοσταλγούν εκείνη την ανατριχίλα στο παιχνίδι με την απώλεια και την καταστροφή λίγο πριν εξαφανιστούν μέσα της  αλλά ξέρουν ότι τώρα είναι αλλού και όλα αυτά είναι χωμένες σε άγραφα αρχεία, δηλαδή  χαμένες αναμνήσεις.


Γύρω στο 1989, με την κοσμογονία και το γκρέμισμα τοίχων, αγαλμάτων και ιδεολογημάτων, άνοιξε ένα κενό μέσα μου, μέσα σε πολλούς σαν κι εμένα, που προσπάθησε με τον τρόπο του ο καθένας να το καλύψει.


Άλλοι γέμισαν την τρύπα με ψευδαισθήσεις «καλά, εγώ όλα τα είχα καταλάβει από νωρίς και τους τα ‘ λεγα» κι εξαργύρωσαν αυτή την «γνώση» με υποταγή σε νέα είδωλα και εξουσίες. Πήραν θέσεις και αξιώματα. Άλλοι ξανασήκωσαν τα γκρεμισμένα αγάλματα, τα ξεσκόνισαν, τα έστησαν σε δικά τους βάθρα και συμπλήρωσαν τα σπασίματα με θεωρίες συνωμοσίας και σκοτεινά σχέδια κακών δυνάμεων κεφαλαίου τε και ιμπεριαλισμού. Φρεσκάρισαν τις παλιές εικόνες, τις έβαλαν στο εικονοστάσι και ύψωσαν στο μυαλό τους τα γκρεμισμένα τείχη και κλείστηκαν στο φρούριο της αυθεντικότητας της επανάστασης που οι άλλοι είναι ανώριμοι και δεν καταλαβαίνουν. Αρνήθηκαν (φοβήθηκαν;) να μάθουν.

Οι περισσότεροι, μαζί τους κι εγώ, πέσαμε στην μαύρη τρύπα της αδιαφορίας και του κυνισμού. Εγώ τουλάχιστον, έπεφτα για πολύ καιρό και όταν συνήλθα βρέθηκα στον καναπέ του σαλονιού γαντζωμένος στο τιβι κοντρόλ να πηγαίνω νευρικά από κανάλι σε κανάλι. Γκρίνια και κριτική σε όλους: στις ειδήσεις, στις μεταμεσονύχτιες εκπομπές, στα κόμματα, στους θεσμούς.  Απαξίωση των πάντων αφού είχα ο ίδιος απαξιώσει την σκέψη μου. Ήμουν ιδιώτης.


Πριν λίγο καιρό, συνειδητοποίησα ότι γερνάω, ότι πεθαίνω, ότι φεύγω και οι μαζεμένες μέσα μου φωνές άρχισαν να δυναμώνουν. Έτσι,  με το μικρό υπολογιστή μου ξεκίνησα αυτό το ταξίδι επικοινωνίας και πάτησα τα πλήκτρα για να δω στην οθόνη την πρώτη λέξη «Είμαι . . .».  Σταμάτησα, γιατί δεν ήξερα πώς να συνεχίσω. Τι είμαι; Κάτοικος Ερημοκάστρου; Δημότης Θεσπιών; Πατέρας; Σύζυγος; Γιός; Συντοπίτης; Και άλλα,  ων ουκ έστιν αριθμός;


Απ’ όλα αυτά διάλεξα το πιο άμεσο « . . μεσήλικας κάτοικος του Δήμου μας», γιατί για αυτό είναι κυρίως που θέλω να είμαι και έτσι θα αφήσω  την φωνή μου ελεύθερη να ταξιδέψει, να ακουστεί. Στο κάτω κάτω ήταν το ελάχιστο που μπορούσαν να κάνω για να δηλώσω «παρών». Σ΄ αυτό με ώθησε η φοιτήτρια κόρη μου, που σε μια κριτική – πάλι! – που έκανα για τις κινητοποιήσεις τους πέρυσι τον Δεκέμβρη, μου είπε αγανακτισμένη « κι εσύ τι κάνεις;» και μου το βούλωσε.


Έστησα την σελίδα μου, δίκην ημερολογίου ζωντανού και ως αποθηκευτικό χώρο και σαν μικρό μαγαζί περιμένω τους πελάτες μου, τους συνομιλητές τους καινούργιους μου συντρόφους. 
Όταν διάβασα τους Τερέντιου το «τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο» μου άρεσε και έγινε το εσωτερικό μου σύνθημα. Όμως δεν υπάρχει τέλος στα ανθρώπινα, δεν υπάρχει άκρη στο καλό και – κυρίως – στο κακό που μπορεί να προκαλέσει το ανθρώπινο είδος. Νομίζω ότι δεν υπάρχει περίπτωση να γνωρίσω όλα τα ανθρώπινα διότι στο χάος της ανθρώπινης ζωής πάντα υπάρχει κάτι που με εκπλήσσει διαρκώς και αυτή η χρόνια πλέον απορία μου για το «τι είναι και που με βγάζει η ανθρώπινη ζωή μου» δεν πρόκειται να βρει απάντηση αλλά με κάνει να συνεχίζω να πορεύομαι. 


Πρόδωσα την εμπιστοσύνη ανθρώπων που αγαπώ και προδόθηκα από ανθρώπους πολλές φορές άγαρμπα και σκληρά. Ενώ τείνω στο να ξεχνώ τις προδοσίες και την πίκρα που προκάλεσα, παρέμενε μέσα μου ζωντανός ο θυμός μου για όσους με πρόδωσαν για πολύ καιρό.


Όμως, αν έστω και για μια στιγμή αυτοί που με πρόδωσαν με αγάπησαν και χάρη σε αυτή την αγάπη κέρδισαν την αφοσίωση και την εμπιστοσύνη μου, έστω και για αυτή την στιγμή, αξίζει να τους δω διαφορετικά. Η σκέψη αυτή με οδήγησε στο να δεχθώ πραγματικά τις εξηγήσεις και τις συγγνώμες των “προδοτών” και να τους ξαναγαπήσω. Αυτή η ενδοτικότητα –που δεν έχει σχέση με την παραδοσιακή Αρβανίτική στάση- με ανακούφισε και κατάλαβα ότι είναι δύναμη να ομολογείς και – γιατί όχι – να απολαμβάνεις την αδυναμία σου. Κατάλαβα, έστω και όψιμα, ότι είναι απελευθέρωση να δέχομαι τους άλλους έτσι όπως είναι, να τους αγαπώ, χωρίς να προσπαθώ να τους αλλάξω και να προσπαθώ να συνεννοηθώ μαζί τους. Χωρίς να προσπαθώ να τους πείσω για την απόλυτη, σωστή αλήθεια μου αλλά είμαι έτοιμος να δεχθώ την δική τους αλήθεια, και δεν ντρέπομαι να παραδεχθώ ότι «άλλαξα θέση».


Η άποψη ότι οι πολιτικές αλλαγές είναι αντικείμενο μόνο μια ομάδας πεφωτισμένων, οργανωμένων, αποφασισμένων επαγγελματιών επαναστατών, μπορεί να επαληθεύτηκε για κάποιες ιστορικές περιόδους αλλά τελικά οδήγησε σε καταστροφικά αποτελέσματα και εκατόμβες θυμάτων και δεν με εκφράζει.


Κι εμένα ο αγώνας της επιβίωσης και της καθημερινότητας με τραβάει προς την ιδιώτευση και την εσωστρέφεια αλλά αυτό μπορεί και πρέπει να πάψει. Πιστεύω, χωρίς να μπορώ προς το παρόν να το τεκμηριώσω ότι είμαστε σε μεταβατικό σημείο, όχι μόνο στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι ως πολίτες θα βρουν, πρέπει να βρούμε, τρόπους οργάνωσης και επικοινωνίας για πολιτική έκφραση. Εξάλλου πρέπει να σας αποκαλύψω ότι γνωρίζοντας τους ανθρώπους της εξουσίας επιβεβαίωσα την άποψη μου για το «μέτριον» του είδους και την θρασύτητα  της ημιμάθειας τους και φοβήθηκα.


Έτσι ξεκίνησα αυτό το ταξίδι!


Επέλεξα να είμαι και «άλλος», να έχω την απόσταση από πράγματα, καταστάσεις και ανθρώπους για να μπορώ καλύτερα να μιλήσω. Είναι σαν να ζω μια δεύτερη ζωή και αυτό, πρέπει να το παραδεχθείτε, είναι ελκυστικό. Είναι όπως στις Απόκριες που για λίγες ώρες πίσω από την μεταμφίεση είσαι αυτό που θα ήθελες έστω να είσαι για να πεις και να κάνεις πράγματα που η καθημερινή σου ζωή, οι σχέσεις με τους ανθρώπους,  ίσως δεν αντέχει.


Μήπως είμαι ο μόνος που θα έχει διπλή ζωή; Τουλάχιστον δεν πληγώνω δικούς μου ανθρώπους ούτε κάνω κάτι κακό. Αντίθετα η δεύτερη αυτή μου ζωή θέλω να γίνει αφορμή για να κάνουμε την ζωή μας, συνολικά, καλύτερη, να ζήσουμε καλύτερα και αυτή η επιδίωξη ας είναι επαρκής λόγος για την κατανόησή σας.


Εξάλλου δεν θέλω αυτή η παράθεσης απόψεων, που μπορεί να μην είναι πάντοτε αρεστή, να μου αλλάξει την ροή της ζωής μου και τις κουβέντες με τους συντοπίτες μου. Όταν κάποτε και αν διαμορφωθούν οι συνθήκες να μιλάμε για όλα αυτά ανοικτά και με πνεύμα καλοπροαίρετο, τότε πράγματι η διπλή ζωή μου δεν θα έχει νόημα και ο Έρμος θα κλείσει.


Έπρεπε όμως να βαφτιστώ και για αυτό κατέφυγα στις αναμνήσεις: Ερμος λοιπόν, από το Ερμόλαος (υπάρχει και τέτοιος άγιος) γιατί μου θυμίζει κάποιον παλιό μου φίλο που έφυγε που με χαιρετούσε όταν βρισκόμασταν: τι κάνεις ρε έρμε;


Καστριώτης γιατί ως τοπικός επιθετικός προσδιορισμός τον έχω συνηθίσει κι έτσι διευκρίνιζα το: από πού είσαι; Από το Ερημόκαστρο.  Αργότερα γίναμε Θεσπιές – επίσημα – αλλά πάντα γυρίζω στην πρώτη μου αναφορά.


Έτσι συμπληρώθηκε το όνομα και η εικόνα μου: Ερμος Καστριώτης.


Επιθυμία μου είναι να κοιτάξετε την αλήθεια του κάθε κειμένου και δεν είναι ανάγκη να ψάχνετε το ποιος κρύβεται πίσω του και όλα τα άλλα. Δεν είμαι ο Κώστας, δεν είμαι ο Πάνος, δεν είμαι ο Γιάννης, δεν χρειάζεται να γίνουν ανακρίσεις και διαγραφές.


Σας ευχαριστώ και χαίρομαι που είμαι μαζί σας.





3 σχόλια:

  1. Ο τρίτος της παρέας μας είναι ο Γιώργος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σε καλωσορίζουμε λοιπόν, Έρμε Καστριώτη, στον ψηφιακό μας κόσμο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ρε παιδια ο τεταρτος ποιος ειναι μα εχει φαει η αγωνια

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Διάφορα