Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Είμαστε ο μοναδικός λαός στον κόσμο που έχει εθνική γιορτή την απόλυτη άρνηση: το ΟΧΙ




Την ώρα που ο Ιταλός πρεσβευτής Γκράτσι συνομιλούσε με τον Μεταξά εκείνη την νύχτα της 27ης προς 28η Οκτωβρίου 1940, ένα άλλο δράμα παιζόταν στο κέντρο της Αθήνας. Ο 28 ετών άνεργος Φίλιππος Μαρκάκης εισέβαλε στην κλινική όπου εργαζόταν η νοσοκόμα Αναστασία Χατζή και την πυροβόλησε κατ’ επανάληψη με αποτέλεσμα να την τραυματίσει στο κεφάλι σοβαρά αλλά μάλλον η Χατζή επέζησε τελικά. Από τους πυροβολισμούς ξύπνησαν όλοι και όρμησαν προς τον κακούργο. Αυτός προσπάθησε να διαφύγει και αφού ανέβηκε στην ταράτσα του κτιρίου έπεσε από εκεί και σκοτώθηκε. Όπως αποδείχθηκε από την σχετική έρευνα, ο Μαρκάκης είχε νοσηλευτεί πριν από λίγο καιρό στην συγκεκριμένη κλινική και συνεδεθη ερωτικώς με την Χατζή η οποία όμως στην συνέχεια απέρριψε τα επανειλημμένα διαβήματα του Μαρκάκη να συνεχίσουν τον δεσμό τους και έτσι τα πράγματα οδηγήθηκαν στην τραγική τους εξέλιξη.

Επίσης εκείνη τη νύχτα, αναφέρεται και δεύτερη αυτοκτονία: του 40ετούς Κανέλλου Κίκιζα, χωρίς να αναφέρεται η αιτία.

Ο ελληνικός λαός λοιπόν εκείνο το πρωί ξεκίνησε για τα ελληνοαλβανικά σύνορα ήδη με τουλάχιστον δύο απώλειες νέων ανθρώπων που σίγουρα θα επιστρατεύονταν -ο ένας βέβαια αποδεδειγμένα κακός σκοπευτής- αλλά παρόλα αυτά νίκησε και κατατρόπωσε τον εισβολέα.

Οι ειδήσεις για αυτά τα τραγικά γεγονότα είναι αληθινές και αν δεν με πιστεύετε δείτε στην ανατυπωμένη έκδοση της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ 29 Οκτωβρίου 1940 που κυκλοφόρησε με το φύλλο της εφημερίδας την Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010.

Στην ίδια ανατυπωμένη έκδοση είναι ενδιαφέρουσες κι άλλες πληροφορίες για την καθημερινότητα της εποχής όπου ενώ γίνεται χαμός με τις διαταγές για επιστράτευση, για επιτάξεις οχημάτων και κτηνών, τις αυστηρές οδηγίες συσκότισης, για την απαγόρευση εξόδου από την χώρα όλων, υπάρχουν επίσης ανακοινώσεις για τις τιμές των μακαρονιών και των παξιμαδιών.

Ότι και να λέμε και να πιστεύουμε για τις μεγάλες στιγμές της ιστορίας, υπάρχει πάντα η καθημερινότητα της ανθρώπινης φύσης που μας κλείνει το μάτι περιπαικτικά!

Το Αλβανικό έπος με έχει σημαδέψει πιο πολύ από όλα τα γνωστά έπη. Διότι ήταν εκείνο για το οποίο έπρεπε στα εφηβικά μου χρόνια, της πρώιμης πολιτικοποίησης μου, να έχω σαφή πολεμική κατεύθυνση ενάντια στο ψέμα για το ΟΧΙ του Μεταξά.

Η κομματική μου ένταξη στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης απαιτούσε από ένα μαχητικό επαναστάτη που φιλοδοξούσα να είμαι, να αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας το ότι το ΟΧΙ το είπε ο Μεταξάς. "Ο Λαός το είπε" ( με το λάμδα κεφαλαίο) ήταν η "γραμμή" και "ο ίδιος Λαός είναι που αργότερα δημιούργησε την εποποιία της Εθνικής Αντίστασης".

Αυτό πίστευα κι αυτή ήταν η δική μου "κόκκινη γραμμή" στην ιδεολογική σύγκρουση της εποχής. Την λεγόμενη διαλεκτική σχέση προσωπικότητας και "μαζών" -απαίσιος όρος που υποκαθιστά τον όρο "πολίτες" ακριβώς επειδή δεν τους θέλει παρόντες- στην ιστορική πορεία μου προέκυψε αργότερα όταν συζητούσαμε τον ρόλο ανθρώπων σαν τον Ζαχαριάδη, τον Στάλιν και τους άλλους ηγέτες στην εξέλιξη των πραγμάτων.

Το λογικοφανές επιχείρημα για το ότι δεν γινόταν ένας φασίστας δικτάτορας που θαύμαζε τον Μουσολίνι, ο Μεταξάς δηλαδή, να αντιταχθεί πραγματικά στην προκλητική απαίτηση του Ιταλού δικτάτορα να κατακτήσει την Ελλάδα και να χρησιμοποιήσει τις εγκαταστάσεις της χώρας για τις πολεμικές επιχειρήσεις στην Μεσόγειο, ήταν αρκετό να ικανοποιήσει την νεανική μου δίψα για εξηγήσεις.

Το ότι η πολιτική ήταν και είναι κάτι πιο σύνθετο και ότι σε κάθε γεγονός που ακούμε υπάρχουν πολλές σελίδες  παζαριών και παρασκηνιακών διαπραγματεύσεων που δεν γίνονται γνωστές ίσως ποτέ, τότε δεν μου έλεγε τίποτα. Κι όμως όλα αυτά που αποκαλύπτονται τόσα χρόνια μετά, λένε πολλά που, πιο ήρεμος και πιο υπομονετικός όντας τώρα, με βοηθάνε να δω τα πράγματα πιο καθαρά.

Δυστυχώς δεν μου φωτίζουν σήμερα το μέλλον αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.

Στο κύριο άρθρο της προαναφερόμενης έκδοσης, που υπογράφει ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας Γ. Βλάχος, περιγράφεται η σκηνή της συνάντηση του Μεταξά με τον τότε Ιταλό πρέσβη Γκράτσι. Στο κείμενο απουσιάζει εντελώς το στοιχείο της ηρωικής άρνησης του δικού μας δικτάτορα ενώ είναι έκδηλη η αμηχανία των δύο ανδρών. Φαντάζομαι τα διαστήματα σιωπής που υπήρξαν στην όλη συνάντηση και όπου στο τέλος, η κήρυξη του πολέμου υποδηλώνεται δια της μη απάντησης του Ιταλού πρέσβη στο ερώτημα του Μεταξά "αποτελεί λοιπόν κήρυξη πολέμου το διάβημα σας;". Λίγες στιγμές αργότερα στα σύνορα με την Αλβανία ξεκινούσαν οι εχθροπραξίες.

Τα περί ηρωικού ΟΧΙ είναι αποτέλεσμα ρητορείας και επικοινωνιακής μεθόδευσης για το ηθικό των ημερών αλλά έχει και κάποια απόχρωση αλήθειας.

Για πολλά χρόνια δεν τα είχα σκεφτεί όλα αυτά κι έτσι, η επέτειος του ΟΧΙ, αποτελούσε αφορμή για να προβάλλω μόνο την Εθνική Αντίσταση ενώ είναι πλέον αποδεκτό ότι κι αυτή ξεκίνησε εκείνο το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου 1940.

Στην ιστορία το κουβάρι είναι συνεχές και το ένα γεγονός φέρνει το άλλο. Η διάκριση κάποιων περιόδων ή στιγμών που γίνεται για μεθοδολογικούς ή παιδαγωγικούς λόγους, πολύ συχνά δημιουργεί συγχύσεις. Έτσι η 28η Οκτωβρίου ήταν ένα άλλο γεγονός που αντί να μας ενώνει μας χώριζε λόγω της εκ των υστέρων πολιτικοποίησης της και της προκλητικής προβολής του δικτάτορα Μεταξά από το επίσημο κράτος.

Στην ανώριμη και προπαγανδιστική στάση της επίσημης πολιτείας ήταν αναμενόμενο να υπάρξει και υπήρξε αντίδραση: για πολλά χρόνια, τα μνημεία των πεσόντων σε χωριά και πόλεις γίνονταν χώρος συγκρούσεων όταν προσπαθούσαν οι σύλλογοι των αντιστασιακών να καταθέσουν στεφάνια και οι δυνάμεις της τάξεως απωθούσαν "τα βδελύγματα" και τους "συμμορίτες".

Στα χρόνια του ΠΑΣΟΚ όλα αυτά τακτοποιήθηκαν, οι αγωνιστές μπήκαν στην σειρά για την μικρή σύνταξη τους και καταθέτουν τώρα, όσοι ακόμα ζουν και μπορούν να περπατούν, το στεφάνι τους στις γιορτές, ενώ το όνομα "Εθνική Αντίσταση" γέμισε τους χάρτες των πόλεων.

Ίσως ακούγεται άσχετο, αλλά το μόνο που εξαιρείται από αυτές τις μετονομασίες, είναι η "πλατεία Εθνικής Αντίστασης" στην Αθήνα (που ήταν "πλατεία Δημαρχείου" και την ξέραμε όλοι "πλατεία Κοτζιά") που και σήμερα οι δημοσιογράφοι και τα δελτία τύπου, ως "πλατεία Κοτζιά" την αναφέρουν.

Το ότι ο Μεταξάς είπε το ΟΧΙ έστω και με τον τρόπο που το είπε, είναι πλέον ένα γεγονός. Το ενδιαφέρον επίσης είναι το γιατί το είπε αλλά και για αυτό έχουν γράψει πολλά οι ιστορικοί και πάντως, δεν θα το αναλύσω τώρα εδώ.

Εκείνο που έχει σημασία και με απασχολεί είναι για το πως οι πολίτες εκείνο το πρωινό αντέδρασαν αυθόρμητα στο πολεμικό κάλεσμα μιας δικτατορίας.

Δηλαδή, πως έγινε τότε όλοι να συντάσσονται κάτω από τις διαταγές της Κυβέρνησης Μεταξά, αμέσως χωρίς συνεννόηση και συντονισμό, όλοι οι πολιτικοί και οι διανοούμενοι που ήταν εξόριστοι -και όχι μόνο οι κομμουνιστές όπου για το περιβόητο γράμμα του Ν. Ζαχαριάδη στα μετέπειτα χρόνια της ενδοαριστερής φαγωμάρας ακούσαμε και διαβάσαμε διάφορα- να ζητάνε να πάνε στο μέτωπο;

Δηλαδή σήμερα, για ποιό λόγο, για ποια εθνική προσπάθεια, ενόψει τίνος εθνικού κινδύνου θα συντάσσονταν οι κομμουνιστές και οι άλλοι αριστεροί υπό μια "αστική" κυβέρνηση, μια κυβέρνηση "των μονοπωλίων";

Κι όμως τότε το έκαναν και παρουσιάστηκαν εθελοντικά να υπηρετήσουν υπό τις διαταγές των φασιστών αξιωματικών. Πως έγινε και το εθνικό κυριάρχησε στο ταξικό και το πολιτικό;

Μην νομίσετε ότι τότε η Ελλάδα ήταν ενωμένη και ο πολιτικός διάλογος γινόταν με ήρεμο τρόπο και ότι υπήρχε ομοφωνία. Κάθε άλλο. Μόλις λίγα χρόνια πριν, το 1935, είχε γίνει το κίνημα των Βενιζελικών αξιωματικών, είχαν αποταχθεί και εξοριστεί πολλοί από αυτούς και το κλίμα του διχασμού κυριαρχούσε στην χώρα. Τους δε κομμουνιστές, αφού τους έδερναν και τους τάιζαν μουρουνόλαδο οι ασφαλίτες του Μανιαδάκη, τους έστελναν εξορία στα κυκλαδίτικα νησιά ή τους στοίβαζαν στην Ακροναυπλία και τα άλλα κάτεργα.

Πως έγινε κι όλα αυτά από τους κυνηγημένους και τους εξόριστους ξεχάστηκαν, οι ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές παραμερίστηκαν και όλοι αυτοί δέχτηκαν να συνταχτούν απλοί στρατιώτες στον στρατό της Δικτατορίας Μεταξά. Διότι η δικτατορία Μεταξά δεν παραιτήθηκε. Δεν σχηματίστηκε "Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος". Οι άνθρωποι του Μεταξά εξακολουθούσαν να κυβερνούν και πράγματι υπήρχαν ανώτατοι αξιωματικοί στα επιτελεία που ήταν έτοιμοι να προβούν στην παράδοση της χώρας (και αυτό πράγματι το έκαναν αργότερα, με την εισβολή από την Βουλγαρία των Γερμανών), και μόνο η στάση μερικών αξιωματικών, όπως ο διοικητής Κατσημήτρος της 8ης Μεραρχίας (με έδρα τα Γιάννενα) έσωσαν την τιμή του στρατού και συνέβαλαν στην υστεροφημία της τότε εξουσίας.

Λοιπόν τελικά, τα πράγματα δεν έρχονται πάντα όπως τα σχεδιάζουν οι εξουσίες και πάντα υπάρχει η δυνατότητα ο απλός πολίτης να εκπλήξει και να γράψει την σελίδα του στην Ιστορία.

Παρόλο που πιστεύω ότι στην πολιτική, στην προσωπική ζωή του καθενός και στην ιστορία των λαών δεν έχουν νόημα οι υποθέσεις, ας σκεφτούμε τι θα γινόταν εάν ο Μεταξάς δεν έλεγε το ΟΧΙ αλλά άφηνε τους Ιταλούς να περάσουν. Δεν θα ήταν ο μόνος στην νεώτερη ιστορία μας ηγέτης που θα το έκανε και εξάλλου θα ήταν δικαιολογημένος: φασίστας κι αυτός θα έπρεπε να τα βρει με έναν άλλο φασίστα, γιατί όχι; Έτσι κι αλλιώς για την υστεροφημία του δεν θα έπρεπε να ανησυχεί διότι -και είμαι βέβαιος ότι ο Μητσοτάκης από τότε θα το είχε πει- όλα στην Ελλάδα, τις προδοσίες κυρίως, τα θυμόμαστε για μια εβδομάδα το πολύ.

Στην Ελλάδα ποτέ δεν είχαμε πραγματικό φασιστικό κίνημα σε αντίθεση με τις χώρες της αναπτυγμένης Δύσης, όπου τα κινήματα των Μουσολίνι και Χίτλερ ήταν μαζικά κινήματα (ο Χίτλερ πλειοψήφησε στις εκλογές του 1933) και δεν πήραν την εξουσία με πραξικόπημα. Ο Μεταξάς, μπορεί με σχεδόν νόμιμη πολιτική διαδικασία επίσης, να πήρε την εξουσία το 1936 αλλά παρέμεινε ξεκομμένος από τον κόσμο παρόλες τις προπαγανδιστικές γιορτές και τις προσπάθειες που κατέβαλε.

Αρά, τι ώθησε τους απλούς πολίτες εκείνες τις τελευταίες ημέρες του Οκτώβρη του 1940 να συρρεύσουν στα στρατολογικά γραφεία και να φεύγουν χωρίς εκπαίδευση για το μέτωπο; Μη μου πείτε ότι η αθάνατη ελληνική ψυχή αντιδρά πάντα έτσι μπροστά στον κίνδυνο και άλλα τέτοια, διότι τον Ιούλιο του 1974 δεν συνέβη το ίδιο.

Ίσως το ότι δεν μπορούμε να δώσουμε λογική και πειστική εξήγηση για την ενθουσιώδη συμμετοχή του κόσμου στον πόλεμο, έτσι απλά χωρίς εγγυήσεις και δεσμεύσεις για το τι θα γίνει μετά, δικαιολογεί απολύτως τον χαρακτηρισμό "Έπος" για τον πόλεμο του ΄40 κι ας μείνουμε εδώ.

Τον πόλεμο μας τον επέβαλε η φασιστική Ιταλία αλλά από ελληνικής πλευράς τον διεξήγαγε ο απλός Έλληνας πολίτης. Πάντα στον ίδιο πολίτη πέφτει το βάρος της διεξαγωγής των εθνικών προσπαθειών.
Κι αυτός ανώνυμος πάντα, είτε χάνεται ως "κοινή γνώμη" όπως στα προεκλογικά γκάλοπ των ημερών μας είτε πέφτει μαχόμενος στα πεδία των μαχών και γίνεται μνημείο πεσόντων για να του καταθέτουν οι επιζώντες και οι απόγονοι στέφανα και να εκφωνούν οι επίσημοι κούφια λόγια, ψεύτικα και μεγάλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διάφορα